Featured post

ΤΕΥΧΟΣ #9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2020 [ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2020]

Loading…

Σωτήριος Παληλάρης, Φωτογραφίες κρατουμένων στις Κεντρικές Φυλακές Σμύρνης, 1920, ΓΑΚ-Κεντρική Υπηρεσία. Αρχείο Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης, Διεύθυνση Δικαιοσύνης / Sotirios Palilaris, Photographs of prisoners in the Central Prison of Smyrna, 1920, GAK-Central Service. Archive of the High Commission of Smyrna, Directorate of Justice

Featured post

[*EDITORIAL #9]

EDITORIAL #9

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

Υπάρχει άραγε για μας σήμερα πιο επίκαιρο θέμα, σε πλανητική κλίμακα, από το «τέχνη και πανδημία»; Έχουν ήδη λεχθεί, γραφτεί και γίνει πολλά επ’ αυτού. Εδώ θα τεθεί το ζήτημα όχι ποια τέχνη μπορεί να αντιστοιχεί στην πανδημία αλλά ποιες καίριες μετατοπίσεις επιβάλλει σήμερα η πανδημία σε κάθε είδους τέχνη. Γιατί με όποια ειδικότερη μορφή κι εάν εκφραστεί η σχέση τέχνης – πανδημίας, ένα είναι βέβαιο: μια θεμελιώδης συνθήκη της τέχνης της εποχής μας, διακυβεύεται υπό το καθεστώς του Covid 19. Και αυτή η συνθήκη που σήμερα διακυβεύεται αφορά τη σχέση της τέχνης με τη διαδικασία της αναπαράστασης.

Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, αλλά πιο συστηματικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η δυτική τέχνη αμφισβήτησε τον παραδοσιακό της ρόλο ως σύστημα οπτικής αναπαράστασης. Αυτός ο ρόλος, της είχε «ανατεθεί» ήδη από την εποχή της Αναγέννησης. Η κυριαρχία της ζωγραφικής στην ιστορία της τέχνης ‒οι περισσότεροι ιστορικοί τέχνης είναι πράγματι ιστορικοί της ζωγραφικής‒ το καταδεικνύει περίτρανα. Η ζωγραφική, ως υπόδειγμα των εικαστικών τεχνών, είναι η τέχνη που απευθύνεται κατεξοχήν στον ανθρώπινο οφθαλμό και προϋποθέτει μιαν απόσταση μεταξύ του θέματος που αναπαρίσταται και του τελικού αποτελέσματος της διαδικασίας της αναπαράστασης. Ο ζωγράφος κοιτάζει ένα τοπίο, νιώθει ένα συναίσθημα ή επινοεί μια ιδέα που παρίσταται απέναντί του, στην ψυχή του ή στο μυαλό του και εντέλει τα αναπαριστά επί του πίνακα που, όταν ολοκληρωθεί, αναρτάται ακριβώς απέναντι από τον θεατή, στο ύψος των ματιών του. Θα μπορούσε άραγε αυτή η σχέση μεταξύ παράστασης και αναπαράστασης να διαρραγεί; Θα ήταν δυνατόν να μην μεσολαβεί ουδεμία απόσταση ανάμεσα σε ένα υφιστάμενο πράγμα, σε ένα συναίσθημα, σε μια σκέψη, από τη μια, και στο εικαστικό έργο, από την άλλη; Θα ήταν εφικτό το έργο τέχνης να μην αναπαριστά πράγματα, συναισθήματα, ιδέες αλλά να είναι, να παρίσταται από μόνο του, αυτοστιγμεί, ως πράγμα, ως συναίσθημα, ως ιδέα; Χωρίς να είναι εύκολο να απαντήσει κανείς σε αυτό το ερώτημα, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ένας τέτοιος στόχος καθόρισε τις αναζητήσεις πολλών καλλιτεχνών της εποχής μας. Η έμφαση στη διαδικασία, στο ημιτελές, στο συμμετοχικό, η απόπειρα έκπτωσης του έργου τέχνης από το καθεστώς του ειδικού αντικειμένου και η μετακίνησή του προς τον κόσμο των τετριμμένων πραγμάτων, η ανάδυση μιας βούλησης σύμπτωσης του καλλιτεχνικού αποτελέσματος με την στιγμή της παραγωγής του, η ταύτιση του καλλιτεχνικού υποκειμένου (του καλλιτέχνη) με το καλλιτεχνικό αντικείμενο (το έργο τέχνης) μέσα από δρώμενα, δράσεις, επιτελέσεις, κάνουν σαφείς παρόμοιες προθέσεις.

Η πανδημία απειλεί εκ των πραγμάτων όλες αυτές τις προσπάθειες με τον πιο άμεσο τρόπο, επιβάλλοντας βάναυσα μια αιφνίδια επιστροφή στη διαμεσολαβημένη αναπαράσταση. Η κατάσταση αυτή αφορά φυσικά και το καλλιτεχνικό ακροατήριο. Κατά την έξαρση της πανδημίας και με την απαγόρευση των συναθροίσεων, όχι μόνο εκείνη η τέχνη που από τη φύση της υπάρχει για να πραγματοποιείται ενώπιον κοινού, όπως ας πούμε η περφόρμανς, επιτελείται κατά μόνας μα και η τέχνη των μουσείων εκτίθεται σε άδειες αίθουσες. Ένα κοινό που εμφανίζεται πάντοτε μετά το καλλιτεχνικό γεγονός, σε απόσταση ασφαλείας, μοιάζει λοιπόν να αρθρώνει την ιδανική καλλιτεχνική συνθήκη στην εποχή του Covid 19.

Η επίκληση της ομόχρονης μετάδοσης δεν αποτελεί φυσικά τη λύση αλλά, αντιθέτως, αναδεικνύει το πρόβλημα. Γιατί, φυσικά, έστω κι εάν μια μετάδοση είναι ομόχρονη με ένα καλλιτεχνικό γεγονός, πάντοτε το αναπαριστά, το αναμεταδίδει: η διαμεσολάβησή του αποτελεί το μέτρο της απόστασής μας από αυτό. Βεβαίως, θα ειπωθεί, μια τέτοια συνθήκη είναι πρόσκαιρη. Ναι, μάλλον. Όμως, τούτο θα κριθεί μόνο μετά το τέλος της πανδημίας. Γιατί δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η συνθήκη της πανδημίας απηχεί ‒και επιτείνει‒ καταστάσεις που μας ήταν ήδη γνώριμες πριν ακόμη ενσκήψει. Και που υπό τη συνθήκη της πανδημίας γίνονται τώρα απλώς ανάγλυφες. Η «αναμετάδοση» διεκδικεί παντού εδώ και καιρό την αλήθεια της εμπειρίας. Έτσι, στον χώρο της τέχνης, η πανδημία δεν αποτελεί αίτιο αυτής της νέας «ανάκλησης στην τάξη» της αναπαράστασης αλλά καθιστά επιτακτική, με όρους πλέον αναγκαιότητας, μια συνθήκη αναπαραστατικής απόστασης στην οποία είχαμε ήδη, σχεδόν οικειοθελώς, βυθιστεί. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να ερμηνευθεί και η απρόσμενη ανακάλυψη, από πολλούς, των θετικών στοιχείων της καραντίνας ή των πλεονεκτημάτων της τηλεδιάσκεψης. Κι ας μην το ξεχνάμε. Το νομοσχέδιο που στην ουσία απαγορεύει τις συναθροίσεις και τις διαδηλώσεις το οποίο πρόσφατα ψήφισε η παρούσα Βουλή, δεν συνδέεται καθόλου με την πανδημία. Η πανδημία απλώς το έκανε πιο εύπεπτο.

Η επένδυση στην απόσταση, δεν αποτελεί απαραιτήτως φυσικό σύμπτωμα μιας πανδημίας. Βεβαίως, κάθε πανδημία επιβάλλει κάποιου είδους απόσταση για λόγους λειτουργικούς, δηλαδή για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού. Όμως μόνο τώρα η απόσταση ‒που φετιχοποιεί την αναπαράσταση‒ αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό της πανδημίας. Είναι, για παράδειγμα, βέβαιο ότι όταν ο Egon Schiele ζωγράφιζε το φθινόπωρο του 1918 εν μέσω του δεύτερου φονικού κύματος της πανδημίας της λεγόμενης ισπανικής γρίπης τον πίνακα με τίτλο Η οικογένεια, δεν είχε στο μυαλό του παρόμοια ζητήματα. Η θέση των αλληλοδιαπλεκόμενων σωμάτων ‒του δικού του, της νεαρής Edith και του (αναμενόμενου) μωρού τους‒ εντός του ασφυκτικά διαμορφωμένου δισδιάστατου χώρου πίνακα, μοιάζει να εξορκίζει την επιβεβλημένη απόσταση προοικονομώντας, μέσω μιας πίστης στην αλήθεια της αναπαράστασης, ένα κοντινό μέλλον όπου η πρόσκαιρα χαμένη εγγύτητα θα έχει ανακτηθεί (αυτό το μέλλον ωστόσο δεν θα έρθει ποτέ για το ζεύγος καθώς και ο Egon και η έγκυος Edith θα υποκύψουν στην πανδημία στα τέλη Οκτωβρίου 1918).

Το ίδιο ισχύει και για ζωγράφους παλαιότερων εποχών. Ό,τι τους απασχολεί κατά τη διάρκεια μιας πανδημίας έχει να κάνει με τις προτεραιότητές που θέτει το δικό τους ιστορικό περιβάλλον. Κι η απόσταση, δεν αποτελεί απαραιτήτως μια από αυτές τις προτεραιότητες. Βασικό μέλημα, για παράδειγμα, του φλωρεντινού καλλιτέχνη Οrcagna, όπως δείχνει ο Millard Meiss, είναι να συνδέσει τη βουβωνική πανώλη που αποδεκάτισε τον πληθυσμό της Ευρώπης στα μέσα του 14ου αιώνα, με την ηθική κατάπτωση του ανθρώπου και το απολεσθέν κύρος της παπικής εκκλησίας. Ενώ ο Bronzino, δεν διστάζει, για αντίστοιχους λόγους, να αναπαραστήσει στην περίφημη Αλληγορία του, το φρικτό πρόσωπο της σύφιλης (εάν φυσικά η ερμηνεία του J. F. Conway είναι ορθή) καθώς η επιδημία είχε ξεκινήσει στη Νάπολη στα τέλη του 15ου αιώνα κατά την ανακατάληψή της από τα στρατεύματα του Καρόλου H ˊ‒ εξ’ ου και η ονομασία της morbo gallico. Το έντονο ιατρικό μα και ποιητικό ενδιαφέρον που κατά τον 16ο αιώνα είχε ενεργοποιήσει η επιδημία, καθοδηγεί εδώ τον χρωστήρα του Bronzino.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Επιβεβαιώνουν νομίζω το συμπέρασμα ότι παρά τη φυσική αναλογία που υπάρχει ανάμεσα σε όλα τα είδη της πανδημίας, η κάθε πανδημία αντιμετωπίζεται κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο και έχει διαφορετικές ιστορικές συνέπειες. Σε ό,τι αφορά την τέχνη της εποχής μας ‒και όχι μόνον αυτήν‒ το ποιες συνέπειες από όσες ήδη περιγράφηκαν θα είναι μόνιμες, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή. Θα το δείξει όμως σύντομα, η μετα-Covid 19 περίοδος.

 

Νίκος Δασκαλοθανάσης

Featured post

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #9

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #9

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

CORPUS

Κώστας Ιωαννίδης, επίκουρος καθηγητής θεωρίας και κριτικής της τέχνης, ΑΣΚΤ

«Φωτογράφιση μουσουλμάνων κρατουμένων στις Κεντρικές Φυλακές Σμύρνης (1919-1922): εκσυγχρονισμός, γραφειοκρατία, βιοπολιτική και οι αποτυχίες τους»

Μιχάλης Χατζηδάκης, μεταδιδακτορικός επιστημονικός συνεργάτης, Institut für Bild- und Kunstgeschichte, Humboldt Universität zu Berlin

«“De ludo scaccorum”. Ερμηνευτικές αναγνώσεις της απεικόνισης του σκακιστικού παιχνιδιού στη δυτικοευρωπαϊκή τέχνη (I)»

Νίκος Δασκαλοθανάσης

«Μέγεθος και κλίμακα: μνημείο, μνήμη και μνημειακότητα στην αμερικανική μεταμινιμαλιστική γλυπτική»

ΞΕΝΙΑ

[Εδώ φιλοξενούνται κείμενα ιστορικών τέχνης που δραστηριοποιούνται εκτός Ελλάδας και έχουν κατά κανόνα γραφτεί σε ξένη γλώσσα. Τα κείμενα αυτά είτε είναι γραμμένα ειδικά για το περιοδικό είτε έχουν δημοσιευθεί την τελευταία πενταετία και αποτελούν ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα τους. Τα κείμενα επιλέγονται και μεταφράζονται με ευθύνη της Σύνταξης. ]

Victor I. Stoichita, καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Université de Fribourg / Universität Freiburg, Ελβετία
«Εξάτμιση και/ή συγκέντρωση: σχετικά με τις (αυτο)προσωπογραφίες των Manet και Degas»

Επιμέλεια-μετάφραση: Άννυ Μάλαμα

ΠΗΓΕΣ / ΤΕΚΜΗΡΙΑ

[Σε αυτό το τμήμα του περιοδικού δημοσιεύονται γραπτά τεκμήρια, εκδομένα ή ανέκδοτα, που υπέχουν θέση πρωτότυπης πηγής για την ιστορία της τέχνης. Εδώ θα περιλαμβάνεται λοιπόν ενδεικτικά «από τη μια, ένα παλαιότερο σώμα κειμένων περί τέχνης όπως τεχνικές οδηγίες για καλλιτέχνες, εγχειρίδια και οδηγούς για ειδήμονες, βιογραφίες καλλιτεχνών και κείμενα θεωρίας της τέχνης πριν από τη συγκρότηση μιας επιστημονικής ιστορίας της τέχνης [Kunstwissenschaft]και, από την άλλη, νεότερα περί τέχνης γραπτά, στο μέτρο που δεν διεκδικούν επιστημονικο-ακαδημαϊκό καθεστώς»[1].

Τα δημοσιευμένα τεκμήρια –όταν είναι ξενόγλωσσα– παρουσιάζονται σε ελληνική απόδοση ενώ τα αδημοσίευτα μεταγράφονται ή/και μεταφράζονται. Η δημοσίευση ή/και η μετάφραση των τεκμηρίων πραγματοποιείται με την ευθύνη της Σύνταξης, συνοδεύεται από σύντομη εισαγωγή και, όταν κρίνεται απαραίτητο, από πραγματολογικές παρατηρήσεις.

Ο στόχος της δημοσίευσης των πηγών και των τεκμηρίων είναι διττός: από τη μια συλλέγεται ένα σώμα κειμένων χρήσιμων για την έρευνα ή τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης και από την άλλη δίνεται ένα έναυσμα για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος γύρω από ζητήματα που τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν έχουν επαρκώς συζητηθεί.]


[1]E. H. Gombrich, “Kunstliteratur” στο Atlantisbuch der Kunsteine Enzyklopädie der bildendenKünste, Ζυρίχη, Atlantis Verlag, 1952, σσ. 665-679, αγγλ. μτφρ. Max Marmor, “The literature of art”, Art Documentation, 11, (1), Άνοιξη 1992, σσ. 3-8, το παράθεμα σ.3.

Giorgio Vasari, «Οι Βίοι του Giorgio Vasari. Εισαγωγή στις τρεις τέχνες του σχεδίου: ζωγραφική» (1550, 1568)

Μετάφραση, σχόλια: Παναγιώτης Κ. Ιωάννου

«Οι περί τέχνης αποφάσεις της Συνόδου του Τριδέντου (1564)»

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Παναγιώτης Ιωάννου

«Ο Paolo Veronese ενώπιον της Ιεράς Εξέτασης: τα Πρακτικά της δίκης του (1573)»

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Παναγιώτης Ιωάννου

«Η ιεράρχηση των ειδών (genres) στη γαλλική κλασικιστική θεωρία: δυο αποσπάσματα (1667, 1708)»

Μετάφραση: Παναγιώτης Παπαπάνος

Stéphane Mallarmé, «Οι ιμπρεσιονιστές και ο Édouard Manet (1876)»

Μετάφραση: Αναστασία Μιχοπούλου

George Anthony Dondero, «Κομμουνιστικοί χειρισμοί για τον έλεγχο της τέχνης στις ΗΠΑ», Μετάφραση: Νάσια Κλάρα /«H μοντέρνα τέχνη εγκλωβισμένη στον κομμουνισμό (1949)», Μετάφραση: Άννυ Μάλαμα

«Έλληνες σπουδαστές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης (19ος αιώνας)»

Έρευνα – κείμενο: Σταύρος Πλυμάκης

ΒΙΒΛΙΑ

Τerry Smith, καθηγητής ιστορίας και θεωρίας της σύγχρονης τέχνης, University of Pittsburgh (Μετάφραση: Νότη Κλάγκα)

Terry Smith (εισαγωγή), Foteini Vlachou (Φωτεινή Βλάχου) The Disappointed Writer. Selected Essays

Χριστίνα Δημακοπούλου, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Lev Manovich Η γλώσσα των νέων μέσων

Μένη Ραζή, διδάκτωρ κλασικών σπουδών, Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας

Βιργιλίου Αινειάδα

Δημήτρης Δαμάσκος, αναπληρωτής καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών

Nancy H. Ramage / Andrew Ramage, Ρωμαϊκή τέχνη. Από τον Ρωμύλο έως τον Κωνσταντίνο

Νίκος Καζέρος, Msc αρχιτεκτονικής, ΕΜΠ

Κωνσταντίνα Κάλφα, Αυτοστέγαση, τώρα! Η αθέατη πλευρά της αμερικάνικης βοήθειας στην Ελλάδα

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Κωνσταντίνος Στεφανής, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Τhe
London Consortium / Ειρήνη Μαρινάκη, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Τhe
London Consortium

Takis, Sculptor of magnetism, light and sound, Tate Modern, 3 Ιουλίου – 27 Οκτωβρίου 2019

Κώστας Ιωαννίδης, επίκουρος καθηγητής θεωρίας και κριτικής της τέχνης, ΑΣΚΤ

Avigdor Arikha: Μια ανάσα, Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού, 19 Ιουνίου – 8 Σεπτεμβρίου 2019

Άννυ Μάλαμα

Christian Zervos & Cahiers d’Art. H Αρχαϊκή Στροφή, Μουσείο Μπενάκη, Κτήριο οδού Πειραιώς, 12 Δεκεμβρίου 2019 – 1 Μαρτίου 2020

© κειμένων: εκδόσεις futura / οι συγγραφείς

Με εξαίρεση τη χρήση αποσπασμάτων υπό την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς της πηγής, δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση/αναπαραγωγή οποιουδήποτε τμήματος του περιοδικού χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.

Featured post

[*Corpus; abstracts #9]

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ #9

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Corpus

Κώστας Ιωαννίδης

Φωτογράφιση μουσουλμάνων κρατουμένων στις Κέντρικές Φυλακές Σμύρνης (1919-1922): εκσυγχρονισμός, γραφειοκρατία, βιοπολιτική και οι αποτυχίες τους

Από τον Οκτώβρη του 1919 μέχρι τον Αύγουστο του 1922 η Ύπατη Αρμοσεία της Σμύρνης οργάνωσε και έθεσε σε λειτουργία έναν μηχανισμό φωτογραφικής καταγραφής των ανδρών μουσουλμάνων κρατουμένων. Η έκταση του εγχειρήματος παρέμεινε χωρίς προηγούμενο και χωρίς αντίστοιχη συνέχεια στα χρονικά της ελληνικής διοίκησης μέχρι και τα μεταπολεμικά χρόνια. Το υλικό που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Κεντρική Υπηρεσία) και τελεί υπό ταξινόμηση απαρτίζεται από 2000 περίπου φωτογραφίες, 48 βιβλία και 286 φακέλους. Στην παρούσα μελέτη διερευνώ τις ανάγκες που ένας τέτοιος μηχανισμός κλήθηκε να εξυπηρετήσει με βάση τα θεωρητικά πρότυπα στα οποία στηρίχτηκε (το έργο του Alphonse Bertillon και του Francis Galton). Διαπιστώνεται ότι η συγκεκριμένη αρχειακή ενότητα αποκλίνει σε κρίσιμα σημεία από τις συνήθεις, κυρίως φουκωικές, εννοιολογήσεις των μηχανισμών του είδους της. Επιλέγοντας να αντιμετωπίσω ισοβαρώς τις φωτογραφικές εικόνες και τα κείμενα από την καθημερινή γραφειοκρατική ρουτίνα της φυλακής, όλα αυτά συνδεόμενα στενά μεταξύ τους, επιχειρώ να βάλω τις βάσεις για μια φαινομενολογική ανάγνωση του υλικού με τη μορφή ενός μνημείου. Για λόγους που διερευνώ η δομή που οργανώθηκε στις Κεντρικές Φυλακές της Σμύρνης απέτυχε τελικά να λειτουργήσει σύμφωνα με τους σχεδιασμούς και εμφανίζεται σήμερα στα μάτια μας σαν μια ενότητα με επενέργεια στο θυμικό. 

Ο Κώστας Ιωαννίδης είναι επίκουρος καθηγητής θεωρίας και κριτικής της τέχνης στην ΑΣΚΤ. Έχει δημοσιεύσει μελέτες πάνω στην ιστοριογραφία και την κριτική των εικαστικών τεχνών και της φωτογραφίας σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά, τα βιβλία Σύγχρονη Ελληνική Φωτογραφία: Ένας Αιώνας σε Τριάντα Χρόνια (futura, 2008), Μία “Υπερόχως Νόθος Τέχνη: Ποιητικές της Φωτογραφίας. Τέλη 19ου-αρχές 20ου αιώνα (futura, 2019) και μαζί με την Εμμανουέλα Κάντζια το Τρεις εν Πλω (ΜΙΕΤ, 2018). Την τελευταία τριετία μελετά το αρχειακό υλικό από τις Κεντρικές Φυλακές της Σμύρνης (1919-1922) που περιέχει φωτογραφίες περίπου 2000 μουσουλμάνων κρατουμένων. Την έρευνα αυτή θα συνεχίσει στις ΗΠΑ ως υπότροφος του Ιδρύματος Clark το καλοκαίρι του 2021. [ionkostas@yahoo.com]

 

Μιχάλης Χατζηδάκης

“De ludo scaccorum”. Ερμηνευτικές αναγνώσεις της απεικόνισης του σκακιστικού παιχνιδιού στη δυτικοευρωπαϊκή τέχνη (I)

H παρούσα μελέτη επιχειρεί να προσφέρει μια σειρά ερμηνευτικών αναγνώσεων της παρουσίας του σκακιστικού μοτίβου στη δυτικοευρωπαϊκή τέχνη του Μεσαίωνα της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Οι ιεραρχικές δομές που διέπουν το σκακιστικό παιχνίδι, προσφέρονταν ανέκαθεν για τη συγκρότηση μοντέλων μεταφορικής ερμηνείας, με συμβολικές-αλληγορικές, κοινωνιολογικές, ηθικοπλαστικές, θρησκευτικοπολιτικές αλλά και κοσμολογικές αναφορές. Η διπολικότητα άσπρου-μαύρου και ο δυαδικός αγωνιστικός-πολεμικός χαρακτήρας του παιχνιδιού -με την αποκλειστική αρωγή σε αντίθεση με άλλα τυχερά παιχνίδια- της κριτικής σκέψης, έμελλε να καταστήσουν το σκακιστικό μοτίβο ως ένα πρόσφορο και ιδιαίτερα δημοφιλές θέμα για αναστοχασμό πάνω σε ευρύτερα θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την παροδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης (memento mori) την (αιώνια) ερωτική πάλη αρσενικού-θηλυκού και στο πεδίο της πολιτικής εικονογραφίας την πολεμική επικράτηση σε περιόδους έντονων θρησκευτικοπολιτικών εντάσεων καιτην ιεραρχική δόμηση του κοινωνικού οικοδομήματος στην αναζήτηση ενός ορθότερου και δικαιότερου μοντέλου (απολυταρχικής) διακυβέρνησης.

Ο Μιχάλης Χατζηδάκης είναι μεταδιδακτορικός επιστημονικός συνεργάτης στο DFG-Projekt «Bildkritik und pragmatische Bildkultur im europäischen Mittelalter. Die Libri Carolini und die karolingische Bildkunst“ στο Institut für Bild- und Kunstgeschichte στο Humboldt Universität zu Berlin. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιστρέφονται γύρω από την τέχνη του Μεσαίωνα, της Ιταλικής Αναγέννησης και του Μπαρόκ, με ιδιαίτερη έμφαση στο πεδίο της πρόσληψης και μεταμόρφωσης της αρχαιότητας κατά την περίοδο της άνθησης των αρχαιογνωστικών σπουδών. Είναι συγγραφέας της μελέτης Ciriaco d’ Ancona und die Wiederentdeckung Griechenlands im 15 Jh., Πέτερσμπεργκ, Imhof Verlag 2017 [michail.chatzidakis@culture.hu-berlin.de].

 

Νίκος Δασκαλοθανάσης

Μέγεθος και κλίμακα: μνημείο, μνήμη και μνημειακότητα στην αμερικανική μεταμινιμαλιστική γλυπτική

Η παρούσα ανακοίνωση διερευνά την έννοια του μεγέθους ως βασική παράμετρο της μνημειακότητας. Εδώ υποστηρίζεται ότι στην μετα-μεσαιωνική καλλιτεχνική παράδοση η έννοια του μεγέθους ορίζεται σε σχέση με το ανθρώπινο μάτι ως όργανο οπτικής αντίληψης: ένα έργο τέχνης είναι μνημειακό εάν το μέγεθός του προσεγγίζει το σημείο του ανθρώπινου σώματος όπου βρίσκεται ο ανθρώπινος οφθαλμός, δηλαδή εάν η κατακόρυφη διάσταση του είναι πάνω από 1,60 μέτρα περίπου. Αυτή η συνθήκη επιβάλλεται στη δυτική γλυπτική μέχρι τη δεκαετία του εξήντα, όταν μια νέα γενιά καλλιτεχνών, οι μινιμαλιστές, αμφισβήτησαν την οπτική διάσταση της μνημειακότητας υπέρ μιας νέας αντίληψης του μεγέθους, βασισμένης όχι πλέον στην αντίληψη του ακίνητου ματιού αλλά, τώρα, στη φαινομενολογική σύλληψη του κινούμενου σώματος. Οι μεταμινιμαλιστές διερεύνησαν αυτή την ιδέα μέσω της δημιουργίας τεράστιων έργων σε απομονωμένα μέρη, τα οποία εκτείνονται όχι κάθετα αλλά οριζόντια, με τρόπο που μετατρέπει την παθητική πρακτική της όρασης σε μια ενεργή εμπειρία του σώματος. Ταυτόχρονα, οι μεταμινιμαλιστές αμφισβήτησαν τη λειτουργία του μουσείου ως τόπου ενατένισης οπτικών «αγαθών». Όμως εντέλει, το θεσμικό πλαίσιο κατόρθωσε να ενσωματώσει εκ νέου τούτα τα έργα μέσα από τεχνικές του θεάματος και να μετατρέψει τον επισκέπτη τους σε φιλότεχνο τουρίστα, του οποίου το σώμα μοιάζει να συνθλίβεται από το υπερφυσικό πλέον μέγεθος του περιβάλλοντος που δημιουργήθηκε από τον καλλιτέχνη. Κατά τη δεκαετία του ’90 τα ιδρύματα τέχνης προσαρμόστηκαν κατάλληλα στη νέα εμπειρία του μεγέθους και της μνημεικότητας με τη δημιουργία τεράστιων μουσειακών χώρων όπου γιγαντιαία έργα τέχνης μοιάζει να μιμούνται από την άποψη της κλίμακας ‒και με συμβολικό τρόπο– τη συνεχώς επεκτεινόμενη διάσταση του οικονομικού κεφαλαίου των χορηγών τους.

Featured post

ΤΕΥΧΟΣ #8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2019 [ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019]

ITT08-EXOF_F

Κυκλοφόρησε το όγδοο τεύχος του περιοδικού Ιστορία της τέχνης (καλοκαίρι 2019). Πρόκειται για το μοναδικό στη χώρα μας περιοδικό ακαδημαϊκού και ερευνητικού προσανατολισμού με εξειδίκευση στην ιστορία και τη θεωρία της τέχνης από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας. Το περιοδικό, ένα πεδίο ανεξάρτητου επιστημονικού διαλόγου, απευθύνεται ταυτοχρόνως και στο συνεχώς αυξανόμενο κοινό των φιλότεχνων, στους φοιτητές, στους καλλιτέχνες, στους συλλέκτες, στους επαγγελματίες του χώρου (επιμελητές μουσείων, χώρων τέχνης, πολιτιστικών φορέων και ιδρυμάτων) και γενικότερα σε όλους εκείνους που επιθυμούν να προσεγγίσουν τα καλλιτεχνικά φαινόμενα με έναν έγκυρο και ουσιαστικό τρόπο αλλά και να ενημερωθούν κριτικά για τις νέες εκδόσεις, τις επιστημονικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, τις εκθέσεις και τα συνέδρια που πραγματοποιούνται εντός και εκτός Ελλάδας.

Στο τεύχος #8 ολοκληρώνεται το θεματικό αφιέρωμα στην εικόνα ως έννοια της ιστορίας και της θεωρίας της τέχνης ‒που κάλυψε το corpus του τεύχους #7‒ με ένα κείμενο του ομότιμου καθηγητής ιστορίας της τέχνης του Universität Hamburg Martin Warnke και ένα του Γιάννη Χατζηνικολάου, διδάκτορα του Freie Universität Berlin. Εδώ συνοψίζονται και προσεγγίζονται κριτικά οι πιο πρόσφατες εξελίξεις του πεδίου ειδικά στον γερμανόφωνο χώρο που αφορούν ό,τι έχει αποκληθεί «πολιτική εικονολογία». Δημοσιεύεται επίσης ένα κείμενο της Ειρήνης Γερογιάννη, διδάσκουσας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, για την ιστορία της περφόρμανς στην Ελλάδα όπου πραγματοποιείται μια κριτική αποτίμηση της ιστορικής έκθεσης του Ζαππείου με τίτλο ««Περιβάλλον-Δράση. Τάσεις της ελληνικής τέχνης σήμερα» (1981). Παρουσιάζεται επίσης στο corpus και ένα εκτενές άρθρο του Σωτήρη Μπαχτσετζή, επίκουρου καθηγητή ιστορίας της τέχνης στο Deree ‒ The American College of Greece, που αφορά τη σύγχρονη τέχνη και, ειδικότερα, την υποδοχή εκ μέρους των αμερικανών εκπροσώπων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, των εννοιών του χώρου αλλά και του θεατή στη ζωγραφική του Piet Mondrian.

Στο παρόν τεύχος, σε συνέχεια των δημοσιεύσεων πηγών και τεκμηρίων που αφορούν τις πρώιμες βιογραφίες καλλιτεχνών, συνεχίζεται η παρουσίαση των εισαγωγικών κειμένων των Βίων του Giorgio Vasari (που ξεκίνησε στο τεύχος # 5 του περιοδικού) με την «Εισαγωγή στις τρεις τέχνες του σχεδίου: γλυπτική, (1550, 1568)». Για πρώτη φορά παρουσιάζεται επίσης μεταφρασμένη μια διάλεξη (1910) του Rudolf Steiner για τον πίνακα της ΕΠΜΑΣ Ιδού ο νυμφίος έρχεται του Νικόλαου Γύζη που είχε εντυπωσιάσει τον γερμανόφωνο θεοσοφιστή. Πιο κοντά μας, μεταφράζεται το κείμενο (1958) του «ιδρυτή» των χάπενινγκ Allan Kaprow το οποίο εκθειάζει, παραδόξως, την «κληρονομιά» του Jackson Pollock, δηλαδή το έργο του πιο εμβληματικού εκπροσώπου της μεταπολεμικής αμερικανικής ζωγραφικής που το χάπενινγκ επιχειρεί να ξεπεράσει. Μεταφράζεται επίσης το κείμενο το οποίο ο Λέων Τρότσκι, ο μόνος από την ιστορική γενιά των μπολσεβίκων που διατήρησε ένα έντονο ενδιαφέρον για την τέχνη, δημοσίευσε λίγο πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1938) στο αμερικανικό περιοδικό Partisan Review. Στο ίδιο τεύχος περιλαμβάνονται επίσης όλα τα στοιχεία που αφορούν τη συμμετοχή της Ελλάδας στη Μπιενάλε της Βενετίας από το 1934 έως το 2019. Φυσικά, η κριτική αποτίμηση σημαντικών εκθέσεων (μεταξύ άλλων της αναδρομικής του Γιάννη Μόραλη, στην Αθήνα και του Γιάννη Σπυρόπουλου στην Πάτρα) και η βιβλιοκριτική, αποτελούν ένα από τα πλέον σημαντικά τμήματα του περιοδικού [επισημαίνουμε μόνο την ελληνική έκδοση της ιστορικής περί τοπιογραφίας μονογραφίας του Kenneth Clark (1949) και του εικαστικού μυθιστορήματος Πόλη, του Frans Masereel, (1925), με 100 ξυλογραφίες].

Τη διεύθυνση του περιοδικού έχει ο Νίκος Δασκαλοθανάσης, καθηγητής ιστορίας της τέχνης στην ΑΣΚΤ ενώ Συνεργάτες Σύνταξης είναι ο Παναγιώτης Ιωάννου, αναπληρωτής καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και η Άννυ Μάλαμα, επιμελήτρια του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού.

Featured post

[*EDITORIAL #8]

ITT08-EXOF_F

Εικόνα εξωφύλλου:

EDITORIAL #8

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

Εάν επιθυμούσε κανείς να συγκρατήσει κάτι από την «περί τεχνών» ελληνική επικαιρότητα του 2019 αυτό θα ήταν δίχως άλλο το ναυάγιο του διαγωνισμού για την επιλογή νέου διευθυντή του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ). Μεταξύ επιχειρημάτων που κυμαίνονται από την απουσία τυπικών προσόντων έως την επίκληση της ανάγκης παρέλευσης χρόνου προκειμένου να αφομοιωθεί στη χώρα μας η «κουλτούρα των προκηρύξεων», απορρίφθηκαν από την ορισμένη από το Υπουργείο Πολιτισμού (και αθλητισμού) πενταμελή επιτροπή εν μέσω θυελλωδών διαμαρτυριών και οι 16 υποψήφιοι (και μια δέκατη έβδομη ομαδική υποψηφιότητα) ενώ σχεδιάστηκε νέος, διεθνής αυτή τη φορά, διαγωνισμός καθώς προφανώς θεωρήθηκε ότι εκτός Ελλάδας η κατοχή Lower είναι τρέχουσα και η πίστη στο αδιάβλητο των θεσμικών επιλογών κατοχυρωμένη. Πιθανόν. Το βέβαιο ωστόσο είναι ότι οι περιπέτειες του πολύπαθου ΕΜΣΤ, απηχούν κυρίως ενδοθεσμικές αντιπαραθέσεις, εντελώς χαρακτηριστικές της διαδικασίας εκσυγχρονισμού των περιφερειακών χωρών στο περιβάλλον της παγκοσμοιοποιημένης οικονομίας.

Ωστόσο, οι ένθεν και ένθεν θέσεις που διατυπώθηκαν, είναι εξίσου ενδεικτικές και μιας άλλης παραμέτρου: της απουσίας συστηματικής συζήτησης στη χώρα μας για το τι ακριβώς είναι η σύγχρονη τέχνη. Αρκεί απλώς να κοιτάξει κανείς την ονομασία του εν λόγω Μουσείου που αυτοχαρακτηρίζεται «Εθνικό». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η θεωρία η οποία έχει το έθνος ως σημείο αναφοράς δεν συνδέεται με τη σύγχρονη αλλά με τη μοντέρνα τέχνη που γεννήθηκε εξάλλου ‒ακόμη και ως «διεθνιστική»‒ εντός του ορίζοντα του έθνους-κράτους. Αντιθέτως, η κυρίαρχη θεωρία για τη σύγχρονη τέχνη επιχειρεί συνειδητά να την αποσυνδέσει από την έννοια του έθνους και να τη διαχειριστεί με όρους «παγκοσμιοποίησης». Γι’ αυτό ακριβώς ενώ συναντάμε πολλές «Εθνικές Πινακοθήκες» (που συχνά λειτουργούν και ως μουσεία μοντέρνας τέχνης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη National Gallery of Art της Ουάσιγκτον αλλά, βεβαίως, και την Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας) μα και, ευθέως, «Εθνικές Πινακοθήκες Μοντέρνας Τέχνης» (για παράδειγμα η Galleria Nazionale d’Arte Moderna της Ρώμης ή η Scottish National Gallery of Modern Art του Εδιμβούργου) σπανίζουν τα αφιερωμένα στη σύγχρονη τέχνη ιδρύματα όπου στον τίτλο τους γίνεται αναφορά στην έννοια του έθνους. Τα μόνα παραδείγματα που γνωρίζω είναι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της νότιας Κορέας, με έδρα τη Σεούλ, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Ρουμανίας, στο Βουκουρέστι και, φυσικά, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Αθήνας. Και τούτο δεν είναι βεβαίως τυχαίο.

Η Ελλάδα, και πόσω μάλλον η Ρουμανία, είναι κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας που έχουν υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες (με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κατ’ επέκταση κόστος ‒ το γνωρίζουμε πλέον καλά) έναν βίαιο εκσυγχρονισμό μέρος του οποίου αποτελεί και η ίδρυση «σύγχρονων» πολιτιστικών θεσμών. Η νότια Κορέα, από την άλλη, τεκμηριώνει με εύγλωττο τρόπο το παράδειγμα μιας χώρας με εντελώς διαφορετική παράδοση που «δυτικοποιήθηκε» με εντατικότατο ρυθμό μετά τον οριστικό περιορισμό της –το 1953, έτος λήξης του «διεθνοποιημένου» εμφυλίου– νοτίως του 38ου παραλλήλου. Η σύνδεση λοιπόν σε αυτές τις χώρες, της σύγχρονης τέχνης με τον πολύσημο όρο «εθνικό» απηχεί παραδειγματικά όψεις μιας παραμόρφωσης που εδράζεται στην στρεβλή αφομοίωση του «πολιτιστικού» εκσυγχρονισμού. Ειδικά στην Ελλάδα (και προφανώς, ίσως και προφανέστερα, στη Ρουμανία) ο όρος «εθνικό» –ως τμήμα ονομασίας ενός μουσείου αφιερωμένου στη σύγχρονη τέχνη– αποτελεί ένδειξη σαφούς αναχρονισμού: όχι μόνο παραπέμπει σε μια «κοινότητα» (το έθνος) την ύπαρξη της οποίας ο ίδιος ο θεσμός –ακολουθώντας τη διεθνή σχετική μουσειακή πρακτική– μοιάζει πλέον να μην αναγνωρίζει αλλά υπονοεί επίσης την επίκληση της καταλυτικής παρουσίας της κρατικής αιγίδας. Το ίδιο ισχύει a fortiori για το έτερο, «αδελφό» μουσείο με έδρα τη Θεσσαλονίκη, που συνεχίζει να φέρει τον ακόμη αναχρονιστικότερο τίτλο «Κρατικό», Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΚΜΣΤ) και που έχει συγκροτηθεί με πυρήνα μια σημαντική συλλογή, τη συλλογή Κωστάκη η οποία ωστόσο, παρεμπιπτόντως, αφορά με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη μοντέρνα και όχι τη σύγχρονη τέχνη. Ίσως οφείλεται σε άγνοια αλλά δεν έχω υπόψη μου άλλο ίδρυμα σύγχρονης τέχνης στον κόσμο με παρόμοια ονομασία η επιλογή της οποίας θα μπορούσε πιθανώς να συσχετιστεί με την γειτνίαση της βόρειας Ελλάδας με τις βαλκανικές χώρες του αλήστου μνήμης «κρατικολάγνου» υπαρκτού σοσιαλισμού. Στην όψιμη συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος οφείλεται πιθανώς και η πρόσφατη μετονομασία του ΚΜΣΤ σε ΜΟΜus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη (ωστόσο στην ιστοσελίδα του και στην ηλεκτρονική του διεύθυνση συνεχίζει θριαμβευτικά και αμετανόητα να εμφανίζεται ως Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης). Οι περιπέτειες των μουσείων σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα δείχνουν λοιπόν με διαυγή τρόπο το πώς οι πραγματικές περιστάσεις διαπλέκουν τις αναχρονιστικές με τις εκσυγχρονιστικές προθέσεις καταλήγοντας, μοιραία, σε αδιέξοδο.

Ας έρθουμε τώρα στο ανά χείρας τεύχος. Με δύο ακόμη κείμενα που δεν παρουσιάζονται σε ξεχωριστό corpus αλλά διασπείρονται σε διαφορετικά τμήματα της ύλης του περιοδικού, ολοκληρώνεται το αφιέρωμα που ξεκίνησε στο προηγούμενο τεύχος (#7, 2018) και είχε ως θέμα την ιστορία της τέχνης και τη θεωρία της εικόνας: το πρώτο κείμενο (1992) είναι προγραμματικό και μας εισάγει στην πολιτική εικονογραφία έτσι όπως στην μεταπολεμική ‒και στην «μετά την πτώση του τείχους»‒ Γερμανία, συνεχίζει (αλλά και ανανεώνει) την παράδοση του Aby Warburg. Tο δεύτερο κείμενο παραθέτει καταρχάς τα συμφραζόμενα της συγκρότησης της πολιτικής εικονογραφίας (το πρώτο μέρος του μπορεί λοιπόν να αναγνωσθεί και ως εισαγωγικό του προγραμματικού κειμένου που μόλις προηγήθηκε) και κατόπιν, στο κύριο μέρος του, παρουσιάζει μια πρωτότυπη «εφαρμογή» της μεθόδου. Ανεξαρτήτως των διαφορών που παρουσιάζει το σύνολο των κειμένων του αφιερώματος, η κοινή τους έμφαση στην ιστορική ανάλυση των εικόνων τα συναρτά αναπόδραστα με την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης.

Στη συνέχεια, θα ήθελα να επισημάνω την έκδοση τριών βιβλίων που εμφανίστηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα και αφορούν έμμεσα ή άμεσα την ιστορία της τέχνης. Ας αρχίσουμε από αυτά που την αφορούν έμμεσα. Πρόκειται, κατά πρώτον, για το βιβλίο του Jean-Marc Mandosio, Μισέλ Φουκώ, η μακροημέρευση μιας απάτης / Φουκώφιλοι και φουκωλάτρες, μτφρ. Γιώργος Παπαδόπουλος ‒ Νίκος Ν. Μάλλιαρης, Αθήνα, εκδόσεις Μάγμα (πολιτικό δοκίμιο 3), 2019. Τα δυο κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο δημοσιεύθηκαν, το πρώτο το 2007 και το δεύτερο το 2009. Η καθολική αποδοχή που απολαμβάνει ο Foucault (στα ελληνικά έχουν εκδοθεί και συνεχίζουν να εκδίδονται τα σημαντικότερα έργα του, με πιο πρόσφατο τον τέταρτο τόμο της Θεωρίας της σεξουαλικότητας ο οποίος τυπώθηκε στα γαλλικά post mortem μόλις το 2018 ‒ ελλ. υπότιτλος Οι ομολογίες της σάρκας, μτφρ. Θανάσης Λάγιος, Αθήνα, Πλέθρον, 2019) κάνει πάντοτε ενδιαφέρουσα την κριτική αποτίμηση της συνεισφοράς του φιλοσόφου υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η αποτίμηση είναι και νηφάλια και τεκμηριωμένη. Χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες, θα έλεγα εντελώς πρόχειρα ότι ο Jean-Marc Mandosio αποτυγχάνει στο πρώτο αλλά επιτυγχάνει στο δεύτερο. Η απουσία νηφαλιότητας ίσως μπορεί να ερμηνευθεί και με βάση τις δυσκολίες που ο συγγραφέας συνάντησε, όπως εξηγεί στο ειδικά για την ελληνική έκδοση συνταγμένο επίμετρο, κατά την προσπάθειά του να δημοσιεύσει το «εικονοκλαστικό» του κείμενο. Η τεκμηριωμένη του προσέγγιση τώρα, προέρχεται αναμφίβολα από την εκπαίδευσή του στη μεσαιωνική και τη νεότερη ιστορία (μπορεί κανείς να παρακολουθήσει διαδικτυακά την ενδιαφέρουσα ομιλία του στο Collège de France, το «άντρο» του Foucault, για την ταυτότητα του Ωραπόλλωνα, του σκοτεινού συγγραφέα των Ιερογλυφικών και την υποδοχή του έργου του από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα, https://www.college-de-france.fr/site/jean-luc-fournet/symposium-2018-06-14-12h00.htm). Σε δυο μόνο σημεία θα σταθώ. Η κατάταξη του Foucault από τον Mandosio σε μια παράδοση στοχαστών που εξυμνούν το έγκλημα (σσ. 118-119) αποτελεί ένα μείγμα μικρόνοιας και συντηρητισμού που αδικεί και τον κρινόμενο αλλά και τον κριτή. Από την άλλη, η κατάδειξη του πολιτικού οπορτουνισμού του Foucault καθώς και η επισήμανση του σαθρού ιστορικού εδάφους επί του οποίου στηρίζει κάποτε τα επιχειρήματά του, οφείλουν να προβληματίσουν τους «φουκωλάτρες», για τα φληναφήματα των οποίων, ειρήσθω εν παρόδω, ίσως είναι λάθος να καταδικάζεται ο ίδιος ο φιλόσοφος (σε ό,τι αφορά την ελληνική έκδοση ας επισημανθεί εδώ η ρέουσα γλώσσα της μετάφρασης και η υποδειγματική τεκμηρίωση των υποσημειώσεων που συμπληρώνονται με τη διεξοδική παράθεση των κειμένων τού, και για τον, Foucault τα οποία συναντώνται στην ελληνική γλώσσα). Ίσως έχει ενδιαφέρον, και σταματώ εδώ, το βιβλίο του Mandosio να διαβαστεί σε συνδυασμό με μια παλαιότερη εμπεριστατωμένη ‒και εκτενέστερη‒ μονογραφία του βραζιλιάνου συγγραφέα José Guilherme Merquior, Foucault, μτφρ. Δημήτρης Μέλλος, Αθήνα, εκδόσεις Πατάκη (στοχαστές του 20ού αιώνα), 2000, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1985. Πρόκειται για ένα βιβλίο που διαθέτει όλες τις αρετές και κανένα από τα ελαττώματα του πονήματος του Mandosio ‒ ας υπογραμμισθεί ωστόσο το γεγονός ότι ο Merquior, που ασκεί εμπεριστατωμένη κριτική στον Foucault, το κάνει ως υπερασπιστής του Διαφωτισμού από την πλευρά της αστικής φιλελεύθερης σκέψης (ο συγγραφέας υπήρξε σύμβουλος του συντηρητικού προέδρου της Βραζιλίας Fernando Collor de Mello στις αρχές της δεκαετίας του 1990, καταδικασμένου πλέον για διαφθορά, ο οποίος επικράτησε του αντιπάλου του, του πάλαι ποτέ σοσιαλιστή, Lula da Silva, που εκτίει επίσης σήμερα ποινή για τον ίδιο λόγο).

Αλλά γιατί ενδιαφέρει ο Foucault (και η κριτική του έργου του) την ιστορία της τέχνης; Στο μέτρο που ο Foucault συγκροτεί μια συνολική θεωρία για τις ανθρωπιστικές επιστήμες (για να ασκήσει κριτική στο ίδιο τους το αντικείμενο, δηλαδή στον άνθρωπο) το ενδιαφέρον αυτό είναι αυτονόητο. Ωστόσο, μπορεί άραγε ο Foucault να θεωρηθεί και ιστορικός τέχνης; Αυτό έχει ισχυριστεί η Catherine M. Soussloff στο κείμενό της με τίτλο “Michel Foucault and the Point of Painting”, Art History, 32, (4), Σεπτ. 2009, σσ. 734-754 (εκτεταμένη εκδοχή: Foucault on Painting, Μινεάπολις, University of Minnesota Press, 2017), με στόχο να εξηγήσει τι σημαίνει να εκλαμβάνει κανείς τον Foucault ως ιστορικό τέχνης. Επιχειρώντας να στηρίξει το «φάσμα» ενός Foucault ειδικευμένου μάλιστα στην ευρωπαϊκή ζωγραφική, η συγγραφέας πραγματοποιεί μια δαιδαλώδη διαδρομή που περιλαμβάνει τους Jean-Paul Sartre, Maurice Merleau-Ponty, Masaccio, Alberti, Valéry, Stendhal, Jean Hippolyte, T. J. Clark, Paul Lefort, Émile Mâle, Henri Focillon ‒ και η «ονοματολογία» μπορεί να συνεχιστεί ad nauseam. Εδώ θα πω μόνο τούτο: διαβάζοντας κανείς παρόμοια κείμενα σκέφτεται ότι μάλλον ορθά η Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης επέλεξε ως θέμα του έκτου συνεδρίου της που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2019, την «κρίση» και την αλλαγή «παραδείγματος» στην ιστορία της τέχνης.

Οι σκέψεις αυτές μας οδηγούν σε ένα δεύτερο βιβλίο. Πρόκειται για την πάντοτε πολύτιμη μελέτη του Μιχαήλ Λίφσιτς, Η φιλοσοφία της τέχνης του Καρλ Μαρξ, μτφρ. (από την αγγλ. έκδ. του 1976) Μαντώ Γιαννίκου, επίμετρο-επιμέλεια Γιάννης Ιόλαος Μανιάτης, Αθήνα, εκδόσεις Τόπος (Ars Cogitans), 2018 (το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ρωσικά το 1933). Από όσο γνωρίζω, έως τώρα δεν έχει ακόμη κυκλοφορήσει κάποιο βιβλίο που να εκλαμβάνει τον Μαρξ ως ιστορικό τέχνης. Εάν η αντίστοιχη απόπειρα για τον Foucault μπορεί να ερμηνευθεί με βάση το γεγονός ότι ο γάλλος στοχαστής δημοσίευσε τέσσερα, εκτενή, κείμενα για τέσσερις ζωγράφους (Velázquez, Manet, Magritte, Fromanger), κάτι παρόμοιο θα ήταν εκ των πραγμάτων δύσκολο για τον Μαρξ καθώς ο τελευταίος, επί της ουσίας, δεν έγραψε κάτι για τις εικαστικές τέχνες. Βεβαίως και η ανάδυση του Μαρξ ως «θεμελιωτή» μιας φιλοσοφίας της τέχνης που υπήρξε παράλληλη με την παγίωση ενός μονολιθικού προτύπου εξουσίας στην ΕΣΣΔ, θέτει σίγουρα μια σειρά από περίπλοκα ζητήματα. Γιατί εδώ, με αιχμή του δόρατος τον ρεαλισμό, συγκροτήθηκε στο όνομα του Μαρξ μια εξίσου μονολιθική περί τέχνης θεωρία, μια θεωρία την οποία ο Μαρξ είναι κάθε άλλο παρά βέβαιο ότι θα προσυπέγραφε (βλ. χαρακτηριστικά το κείμενο «Α. Α. Ζντάνοφ. Η Σοβιετική Λογοτεχνία είναι η πιο ιδεολογική, η πιο προοδευτική λογοτεχνία στον κόσμο. Λόγος εκφωνηθείς στο πρώτο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων, 17 Αυγούστου 1934», μτφρ. από τα ρωσικά: Άντα Διάλλα, Ιστορία της τέχνης, 7, καλοκαίρι 2018, σσ. 167-177, ένα κείμενο που έχει ενδιαφέρον να διαβαστεί παράλληλα με το κείμενο του Τρότσκι που δημοσιεύεται στο ανά χείρας τεύχος). Ο «αντιμοντερνιστής» Λίφσιτς (1905-1983), ο οποίος συνεργάστηκε στενά με τον Λούκατς κατά τη διάρκεια της παραμονής του δεύτερου στη Μόσχα στις αρχές της δεκαετίας 1930 και εξέδωσαν από κοινού τα πρώιμα φιλοσοφικά χειρόγραφα του Μαρξ αλλά και το περιοδικό Λογοτεχνική κριτική που είχε την έγκριση του ίδιου του Στάλιν, υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της θεωρίας. Η μεγάλη αξία του βιβλίου του Μιχαήλ Λίφσιτς ωστόσο έγκειται στο ότι με πληρότητα και σαφήνεια εντοπίζει και ερμηνεύει όσα ο Μαρξ στοχάστηκε γύρω από τη σχέση της τέχνης, ως στοιχείου του εποικοδομήματος, από τη μια, και των υλικών συνθηκών παραγωγής της, από την άλλη. Είναι αναμφίβολο ότι η μελέτη του Λίφσιτς αποτέλεσε τη βάση για μια ογκώδη σχετική μεταγενέστερη βιβλιογραφία που, χωρίς συχνά να τον μνημονεύει, απέχει παρασάγγας από τη διαύγεια του λόγου του. Κι ο λόγος αυτός είναι βέβαιο ότι μας αφορά καθώς, εκτός των άλλων, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η σκέψη του Μαρξ που ο Λίφσιτς ανασυγκροτεί (συχνά από σπαράγματα) γέννησε ένα ολόκληρο ιστοριογραφικό και μεθοδολογικό ρεύμα, τη λεγόμενη μαρξιστική ιστορία της τέχνης. Σε αυτό το πεδίο, το, δυστυχώς, μη μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του Νίκου Χατζηνικολάου, Histoire de l’art et lutte des classes, Παρίσι, F. Maspero, 1973, διεκδικεί, δικαίως, την άλω του κλασικού.

Το τρίτο βιβλίο, που αφορά πλέον εντελώς τα καθ’ ημάς, έχει ως τίτλο Art History in Greece. Selected Essays, επιμέλεια: Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Αθήνα, εκδόσεις Μέλισσα, 2018. Το βιβλίο συγκεντρώνει έξι δοκίμια που αφορούν τη συγκρότηση της ιστορίας της τέχνης και την κατάσταση της έρευνας στην Ελλάδα. Εκδόθηκε στην αγγλική γλώσσα (ορισμένα από τα κείμενα έχουν ήδη δημοσιευθεί προηγουμένως στα ελληνικά) καθώς έχει ως κύριο στόχο να αποτελέσει ένα πρώτο σημείο αναφοράς για ένα διεθνές κοινό που θα ήθελε να πληροφορηθεί για τις εξελίξεις του πεδίου της ιστορίας της τέχνης εντός των ελληνικών συνόρων. Δεν θα μπορούσε βεβαίως κανείς να ισχυριστεί ότι το βιβλίο απαντά ‒ή ότι έχει ως στόχο να απαντήσει‒ στο περίπλοκο ερώτημα που αφορά τη θέση της ιστορίας της τέχνης που παράγεται στην Ελλάδα, στον διεθνή χώρο. Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα ‒ή, έστω, η σκιαγράφηση μιας απάντησης‒ συνδέεται αναπόδραστα, για άλλη μια φορά, με τη σχέση κέντρου-περιφέρειας και απαιτεί ευρύτερες τοποθετήσεις. Ενδεικτικό εδώ είναι το γεγονός ότι για να δημοσιοποιηθεί διεθνώς η δραστηριότητα των ιστορικών τέχνης που ενεργοποιούνται στην Ελλάδα δεν μπόρεσε να παρακαμφθεί η «τυραννία» της αγγλικής γλώσσας ‒ παρότι το παρόν ανθολόγιο εκδόθηκε με αφορμή το Festival de l’Histoire de l’Art 2018 (με τιμώμενη τη χώρα μας) το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Fontainebleau (δηλαδή σε γαλλικό έδαφος με «βαριά» κληρονομία). Πάντως εντός ή εκτός Ελλάδας, η ιστοριογραφική έρευνα γύρω από την ιστορία της τέχνης αποτελεί ένα πεδίο αυτογνωσίας για την ίδια μας την επιστήμη (science) ‒ έστω κι εάν ο Foucault θα διαφωνούσε με τον τελευταίο όρο καθώς δεν εκλαμβάνει τις ανθρωπιστικές σπουδές ως επιστήμες. Το πρώτο μας συνέδριο έδειξε, ορθά, το δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση [βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος ‒ Νίκος Χατζηνικολάου (επιμ.), Η ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα (Πρακτικά Α´ Συνεδρίου ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 6-8 Οκτωβρίου 2000), Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2003]. Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο Art History in Greece. Selected Essays προσγράφεται στην άοκνη δραστηριότητα του παρόντος ΔΣ της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης (ΕΕΙΤ) που είχε την πρωτοβουλία της έκδοσης στο πλαίσιο των ενεργειών της για τη σύνδεση της ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα με ένα διεθνές περιβάλλον: η ΕΕΙΤ αποτελεί εκ νέου ένα από τα 40 μέλη της Comité International d’Histoire de l’Art (CIHA) ‒μια ιδιότητα που είχε ανασταλεί λόγω οικονομικής δυσπραγίας‒ και είναι πλέον affiliated society της College Art Association of America (CAA).

Τέλος, μια οφειλόμενη διόρθωση για το προηγούμενο τεύχος (#7). Στο κείμενο της Λίας Γυιόκα, «Σημειώσεις για την Bildwissenschaft» (σσ. 8-23), ο «δαίμων του τυπογραφείου» συνέπτυξε δύο σημειώσεις σε μία με το εξής (δυσάρεστο) αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά την αντιστοιχία εκθέτη και σημείωσης: έως τη σημείωση 28 δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Από τον εκθέτη 29 και εξής ωστόσο για να υπάρξει ορθή αντιστοίχηση μεταξύ εκθέτη και σημείωσης ο αναγνώστης θα πρέπει να κάνει το εξής: να μη λάβει καθόλου υπόψη τον εκθέτη 29 (να θεωρήσει δηλαδή ότι δεν παραπέμπει σε κάποια σημείωση) και στο εξής, αρχής γενομένης από τον εκθέτη 30, να παραπέμπεται στην σημείωση με τον αμέσως προηγούμενο αριθμό: δηλαδή ο εκθέτης 30 να παραπέμπει στη σημείωση 29, ο εκθέτης 31 στη σημείωση 30, ο 32 στην 31 κοκ. (και, τελικώς ο εκθέτης 53 στη σημείωση 52). Η Σύνταξη ζητά συγγνώμη από τη συγγραφέα και τους αναγνώστες: Qui sine peccato est vestrum, primus […] lapidem mittat!

Νίκος Δασκαλοθανάσης

Featured post

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #8

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #8

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

CORPUS

Martin Warnke, ομότιμος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Universität Hamburg

«Πολιτική εικονογραφία»

Γιάννης Χατζηνικολάου, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Freie Universität Berlin

«Πολιτική εικονογραφία: η άσκηση εξουσίας και το κυνήγι με γεράκια»

Σωτήρης Μπαχτσετζής, επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Deree ‒ The American College of Greece

«Ο Piet Mondrian και οι αμερικανοί ζωγράφοι της δεκαετίας του 1960: ο χώρος και ο θεατής»

Ειρήνη Γερογιάννη, διδάσκουσα ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

«Ιστορικοποιώντας την περφόρμανς: η έκθεση «Περιβάλλον-Δράση. Τάσεις της ελληνικής τέχνης σήμερα» (1981)»

 

ΠΗΓΕΣ / ΤΕΚΜΗΡΙΑ [Σε αυτό το τμήμα του περιοδικού δημοσιεύονται γραπτά τεκμήρια, εκδομένα ή ανέκδοτα, που υπέχουν θέση πρωτότυπης πηγής για την ιστορία της τέχνης. Εδώ θα περιλαμβάνεται λοιπόν ενδεικτικά «από τη μια, ένα παλαιότερο σώμα κειμένων περί τέχνης όπως τεχνικές οδηγίες για καλλιτέχνες, εγχειρίδια και οδηγούς για ειδήμονες, βιογραφίες καλλιτεχνών και κείμενα θεωρίας της τέχνης πριν από τη συγκρότηση μιας επιστημονικής ιστορίας της τέχνης [Kunstwissenschaft] και, από την άλλη, νεότερα περί τέχνης γραπτά, στο μέτρο που δεν διεκδικούν επιστημονικο-ακαδημαϊκό καθεστώς» [1] . Τα δημοσιευμένα τεκμήρια –όταν είναι ξενόγλωσσα– παρουσιάζονται σε ελληνική απόδοση ενώ τα αδημοσίευτα μεταγράφονται ή/και μεταφράζονται. Η δημοσίευση ή/και η μετάφραση των τεκμηρίων πραγματοποιείται με την ευθύνη της Σύνταξης, συνοδεύεται από σύντομη εισαγωγή και, όταν κρίνεται απαραίτητο, από πραγματολογικές παρατηρήσεις. Ο στόχος της δημοσίευσης των πηγών και των τεκμηρίων είναι διττός: από τη μια συλλέγεται ένα σώμα κειμένων χρήσιμων για την έρευνα ή τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης και από την άλλη δίνεται ένα έναυσμα για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος γύρω από ζητήματα που τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν έχουν επαρκώς συζητηθεί.]

  1. E. H. Gombrich, “Kunstliteratur” στο Atlantisbuch der Kunst: eine Enzyklopädie der bildendenKünste, Ζυρίχη, Atlantis Verlag, 1952, σσ. 665-679, αγγλ. μτφρ. Max Marmor, “The literature of art”, Art Documentation, 11, (1), Άνοιξη 1992, σσ. 3-8, το παράθεμα σ. 3.

 

Giorgio Vasari Οι Βίοι του Giorgio Vasari. Εισαγωγή στις τρεις τέχνες του σχεδίου: γλυπτική (1550, 1568)

Η διάλεξη του Rudolf Steiner για τον Νικόλαο Γύζη στο Μόναχο (1910)

Λέων Τρότσκι, Τέχνη και πολιτική (1938)

Allan Kaprow, Η κληρονομία του Jackson Pollock (1958)

Έλληνες σπουδαστές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης (19ος αιώνας)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Johann Joachim Winckelmann Ιστορία της αρχαίας τέχνης. Πρώτες εκδόσεις και μεταφράσεις

 

DATA

H συμμετοχή της Ελλάδας στη Μπιενάλε της Βενετίας: 1934 ‒ 2019

 

ΒΙΒΛΙΑ

Τιτίνα Κορνέζου, επίκουρη καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Kenneth Clark, Το τοπίο στην τέχνη

Παναγιώτης Μπίκας, μέλος Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού, ΑΠΘ

Hans Masereel, Η πόλη. Μυθιστόρημα σε 100 ξυλογραφίες

Ηρώ Κατσαρίδου, επιμελήτρια, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού

Julian Stallabrass, Ριζοσπαστικές πραγματικότητες: Η φωτογραφία ως πολιτική πρακτική. Μια ανθολογία δοκιμίων

Ευγενία Δρακοπούλου, διευθύντρια ερευνών βυζαντινής και νεώτερης αρχαιολογίας και τέχνης, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Kristina Mitalaitė / Anca Vasiliu (επιμ.), L’ icône dans la pensée et dans l’art

Μαρίνος Σαρηγιάννης, ιστορικός, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών / ΙΤΕ

Leslie P. Pierce, Το σουλτανικό χαρέμι. Γυναίκες και εξουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Κώστας Ιωαννίδης, επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Φαίη Ζήκα, Απορία σκέψεις και τέχνες κατεργάζεται. Φιλοσοφικές έρευνες στη σύγχρονη τέχνη

Άννα Αδρασκέλα, μεταπτυχιακή φοιτήτρια θεωρίας και ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Δημήτρης Αγγελάτος, Λογοτεχνία και ζωγραφική. Προς μια ερμηνεία της διακαλλιτεχνικής (ανα)παράστασης

 

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Γιάννης Γαλανόπουλος, υποψήφιος διδάκτωρ, ΑΣΚΤ

Ιωάννης Μακρυγιάννης. Ζωντανή έκφραση

Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
2 Ιουνίου – 29 Σεπτεμβρίου 2018 

 

Αλέξανδρος Διαμάντης, υποψήφιος διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, ΕΚΠΑ

Γιάννης Σπυρόπουλος. Οι ελληνικές εικόνες του Γιάννη Σπυρόπουλου 1950 – 1960: Διάλογος με τον τόπο του

Αρχοντικό Παναγιωτόπουλου, Αίγιο
28 Απριλίου – 31 Μαΐου 2018

 

Αλέξανδρος Τενεκετζής, Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Γιάννης Μόραλης

Μουσείο Μπενάκη
20 Οκτωβρίου 2018 – 10 Φεβρουαρίου 2019

 

Στρατής Πανταζής, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, The University of Manchester

Ρένα Παρασπύρου: Κλίμακες

Σπίτι της Κύπρου
19 Απριλίου – 18 Μαΐου 2018

 

Θοδωρής Κουτσογιάννης, έφορος της Συλλογής Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων

Ταξίδια στην Ελλάδα (15ος-19ος αι.). Μουσείο Μπενάκη – Συλλογή Ευσταθίου Φινόπουλου
Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού
7 Μαρτίου 2018 – 6 Μαΐου 2018

 

Κάτια Παπανδρεοπούλου, πανεπιστημιακή υπότροφος, ΑΣΚΤ

Hilma af klint. Paintings for the future

Solomon R. Guggenheim Museum
12 Οκτωβρίου 2018 – 23 Απριλίου 2019

 

Λένα Δημητρακοπούλου, μεταπτυχιακό δίπλωμα ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Aftermath. Art in the Wake of Wold War One
Tate Britain, Λονδίνο
5 Ιουνίου – 24 Σεπτεμβρίου 2018

 

 

© κειμένων: εκδόσεις futura / οι συγγραφείς

Με εξαίρεση τη χρήση αποσπασμάτων υπό την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς της πηγής, δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση/αναπαραγωγή οποιουδήποτε τμήματος του περιοδικού χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.      

 

Featured post

[*Corpus; abstracts #8]

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ #8

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Corpus

 

Γιάννης Χατζηνικολάου

Πολιτική Εικονογραφία: η άσκηση εξουσίας και το κυνήγι με γεράκια

Στο άρθρο αναπτύσσεται μέσω του παραδείγματος της ιερακοσοφίας ή ιερακοτροφίας (κυνήγι με γεράκια) το θέμα της «πολιτικής εικονογραφίας», μέσω εικόνων που αφορούν την εν λόγω τεχνική. Το να γνωρίζει κανείς να χειρίζεται το γεράκι αναλογεί στο να γνωρίζει να ανταπεξέρχεται τις δυσκολίες και να επιλύει τα κρατικά ζητήματα. Το γεράκι παραμένει άγριο και μπορεί να πετάξει μακριά και να φύγει. Έτσι, ο ηγεμόνας πρέπει να μάθει από νωρίς να ανταπεξέρχεται σε απρόσμενες καταστάσεις. Γι’ αυτό τον λόγο χρησιμοποιείτο η ιερακοσοφία για την ανατροφή και εκπαίδευση του πρίγκιπα. Η αλληλεπίδραση μεταξύ φύσης και πολιτισμού αντιστοιχεί στην αλληλεπίδραση μεταξύ γερακιού και γερακάρη, μεταξύ ήμερου και άγριου. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα δούμε πώς εικόνες και τεχνικές σχετίζονται μεταξύ τους και αποκαλύπτουν την εικονική δύναμη της ιερακοσοφίας μεταξύ μιας πραγματιστικής και μιας συμβολικής, και μάλιστα πολιτικής, ενασχόλησης.

Ο Γιάννης Χατζηνικολάου είναι διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης του Freie Universität Berlin (2014). Από τον Νοέμβριο του 2018 εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Warburg Haus και στο Ινστιτούτο ιστορίας της τέχνης του Πανεπιστημίου του Αμβούργου στο πλαίσιο του επιστημονικού δικτύου “Bilderfahrzeuge. Aby Warburg and the Future of Iconology“. H αγγλική μετάφραση της διδακτορικής του διατριβής (γερμανική έκδοση: Denkende Körper – Formende Hände. Handeling in Kunst und Kunsttheorie der Rembrandtisten, Βερολίνο / Βοστώνη, De Gruyter, 2016) με τίτλο Thinking Bodies-Shaping Hands. Handeling in Art and Theory of the late Rembrandtists θα κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο Brill στη σειρά “Netherlandish Art and Cultural History” τον Σεπτέμβριο του 2019. [jhadjinicolaou@hotmail.com]

 

Σωτήρης Μπαχτσετζής

Ο Piet Mondrian και οι αμερικανοί ζωγράφοι της δεκαετίας του 1960: ο χώρος και ο θεατής

Το άρθρο διερευνά την έννοια του χώρου ως την κεντρική κατηγορία σηματοδότησης στο ζωγραφικό έργο του Piet Mondrian, αναλύοντας αφενός τη σχέση του ενδο-εικονικού χώρου με τον πραγματικό χώρο θέασης και αφετέρου τους τρόπους με τους οποίους το έργο εστιάζει στην ενεργοποίηση ενσώματης βιωματικής εμπειρίας. Στη συνέχεια το άρθρο εστιάζει σε μια παράλληλη ανάγνωση του έργου του Mondrian και του Barnett Newman με στόχο να δείξει αναλογίες στην εννοιολόγηση του χώρου στο έργο των δύο καλλιτεχνών. Η παράλληλη ανάλυση του έργου των δύο ζωγράφων καθώς επίσης και η ερμηνεία μέρος του θεωρητικού έργου του Clement Greenberg αποδεικνύει λεπτομερέστερα τις συνέπειες που είχε η καινοτόμος θεώρηση του Mondrian  στα έργα της αμερικανικής ζωγραφικής της δεκαετίας του 1960. Επομένως, η διερεύνηση της διαμόρφωσης νέων αντιληπτικών προτύπων (αυτός είναι ο τελικός στόχος τόσο του Mondrian, όσο και του Newman) μας δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε και το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο συγκρότησης ενός οπτικά επικαθοριζόμενου υποκειμένου, δηλαδή του δυτικού ανθρώπου στο αποκορύφωμα της εκβιομηχάνισης του μεταπολεμικού 20ού αιώνα. Στο σημείο αυτό η φαινομενολογικά διευρημένη μορφολογική ερμηνεία ενός έργου μας βοηθά να κατανοήσουμε την ευρύτερη κοινωνικοπολιτική του πλαισίωση – μια ερμηνευτική προσέγγιση που διέπει μεθοδολογικά το παρόν άρθρο.

Ο Σωτήρης Μπαχτσετζής είναι διδάκτωρ του Technische Universität Berlin και επίκουρος καθηγητής ιστορίας της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης στο Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδας (Deree ‒ The American College of Greece). Ανήκει στο συνεργαζόμενο διδακτικό προσωπικό του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και είναι επισκέπτης καθηγητής στην Fachhochschule Nordwestschweiz της Βασιλείας καθώς και στο Διαπανεπιστημιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Μουσειολογίας του ΑΠΘ και του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Αναπτύσσει την έρευνά του ως ιστορικός της τέχνης διατομεακά με έμφαση στις οπτικές σπουδές και τις σπουδές των μέσων (visual and media studies). [sotiriosbahtsetzis@gmail.com]

 

Ειρήνη Γερογιάννη

Ο ρόλος της έκθεσης «Περιβάλλον-Δράση. Τάσεις της ελληνικής τέχνης σήμερα» στην ιστορικοποίηση της περφόρμανς στην Ελλάδα

Μέσω της ανάλυσης της έκθεσης «Περιβάλλον-Δράση. Τάσεις της ελληνικής τέχνης σήμερα» η οποία διοργανώθηκε το 1981 από την Εταιρία Ελλήνων Τεχνοκριτών, το παρόν άρθρο εξετάζει την πρώτη επίσημη απόπειρα θεωρητικής πλαισίωσης αλλά κυρίως ιστορικοποίησης της περφόρμανς στην Ελλάδα. Όπως αποδεικνύεται, στο πλαίσιο της έκθεσης η περφόρμανς αναγνωρίζεται ως ρήξη μεν με την τέχνη του παρελθόντος, στα όρια όμως της ρυθμιστικής γραμματικής του μοντερνισμού, κατά την οποία η μία ρήξη διαδέχεται την άλλη σε μια γραμμική πορεία εξέλιξης και εκσυγχρονισμού. Στο ερμηνευτικό αυτό σχήμα, η περφόρμανς παρουσιάζεται ως πρωτοπορία και όχι ως μέσο που αμφισβήτησε την έννοια της πρωτοπορίας. Η τοποθέτηση αυτή υπογραμμίζει τις θεωρητικές ασυνέχειες που επηρέασαν την ιστορικοποίηση της περφόρμανς στην Ελλάδα, εκτός του πλαισίου μιας θεωρίας του μεταμοντερνισμού.

H Ειρήνη Γερογιάννη είναι διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης του τμήματος Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στις εννοιολογικές και επιτελεστικές πρακτικές της ελληνικής μεταπολεμικής τέχνης και στη σχέση τους με την πολιτική. Διδάσκει στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Συνεπιμελήθηκε τον τόμο για το έργο της Μαρίας Καραβέλα (AICA Hellas, 2015), ενώ το βιβλίο της για την ιστορία της περφόρμανς στην Ελλάδα θα εκδοθεί μέσα στο 2019 από τις εκδόσεις futura. [i_gerogianni@hotmail.com]

 

Featured post

ΤΕΥΧΟΣ #7 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2018

ITT07-EXOF_F-LOW

Κυκλοφόρησε το έβδομο τεύχος του περιοδικού Ιστορία της τέχνης (καλοκαίρι 2018). Πρόκειται για το μοναδικό στη χώρα μας περιοδικό ακαδημαϊκού και ερευνητικού προσανατολισμού με εξειδίκευση στην ιστορία και τη θεωρία της τέχνης από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας. Το περιοδικό, ένα πεδίο ανεξάρτητου επιστημονικού διαλόγου, απευθύνεται ταυτοχρόνως και στο συνεχώς αυξανόμενο κοινό των φιλότεχνων, στους φοιτητές, στους καλλιτέχνες, στους συλλέκτες, στους επαγγελματίες του χώρου (επιμελητές μουσείων, χώρων τέχνης, πολιτιστικών φορέων και ιδρυμάτων) και γενικότερα σε όλους εκείνους που επιθυμούν να προσεγγίσουν τα καλλιτεχνικά φαινόμενα με έναν έγκυρο και ουσιαστικό τρόπο αλλά και να ενημερωθούν κριτικά για τις νέες εκδόσεις, τις επιστημονικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, τις εκθέσεις και τα συνέδρια που πραγματοποιούνται εντός και εκτός Ελλάδας.

Στο τεύχος #7 (Ιούλιος 2018) περιλαμβάνεται καταρχάς ένα θεματικό αφιέρωμα στην εικόνα ως έννοια της ιστορίας και της θεωρίας της τέχνης. Σε αυτό το πλαίσιο μεταφράζονται κείμενα του Hans Belting και του David Freedberg, που προσεγγίζουν ορισμένες από τις πλέον σημαίνουσες όψεις του ζητήματος της αντιμετώπισης της εικόνας από την πλευρά της θεωρίας, της ιστορίας και της μεθοδολογίας της ιστορίας της τέχνης. Δημοσιεύονται επίσης και πρωτότυπα ελληνόγλωσσα άρθρα τα οποία αφορούν από τη μια την ιστοριογραφία του θέματος και από την άλλη τη λειτουργία της εικόνας στη σύγχρονη τέχνη.

Στο παρόν τεύχος επίσης, σε συνέχεια των δημοσιεύσεων πηγών και τεκμηρίων που αφορούν τις πρώιμες βιογραφίες των σημαντικών καλλιτεχνών της δυτικής παράδοσης, παρουσιάζονται τα προοίμια στις τέχνες του σχεδίου από τις μνημειώδεις Vite (1550, 1568) του Giorgio Vasari, o Bίος του Caravaggio από τον Giovanni Baglione (1642) και από τον Giovan Pietro Bellori (1672) καθώς και ο Βίος των αδελφών Ian και Hubrecht van Eyck (1604), από το Βιβλίο των ζωγράφων του επονομαζόμενου «ολλανδού Βαζάρι», Karel van Mander.

Στο ίδιο τεύχος περιλαμβάνεται επίσης η Εισήγηση του Αντρέι Ζντάνoφ στο πρώτο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων (1934) η οποία αποτελεί το ιδρυτικό κείμενο του «αισθητικού» δόγματος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Φυσικά, η κριτική αποτίμηση σημαντικών εκθέσεων (μεταξύ άλλων ένα εκτενές κριτικό δοκίμιο για την πολυσυζητημένη documenta 14 που παρουσιάσθηκε στην Αθήνα και το Κάσελ) και η βιβλιοκριτική (μεταξύ άλλων οι πρόσφατες ελληνικές εκδόσεις του σημαντικότερου πονήματος του Maurice Merleau-Ponty Η φαινομενολογία της αντίληψης και του κλασικού έργου του Erwin Panofsky, Γοτθική αρχιτεκτονική και σχολαστικισμός καθώς και οι ιστορικές μεταφράσεις στα ελληνικά γραπτών των Λεονάρντο ντα Βίντσι ‒ Λεόν Μπαττίστα Αλμπέρτι ‒ Αντρέα Πότσο από τον Παναγιώτη Δοξαρά, σε επιμέλεια Παναγιώτη Ιωάννου) αποτελούν, σε ιδιαίτερη έκταση και αυτή τη φορά, ένα από τα πλέον σημαντικά τμήματα του περιοδικού.

Τη διεύθυνση του περιοδικού έχει ο Νίκος Δασκαλοθανάσης, καθηγητής ιστορίας της τέχνης στην ΑΣΚΤ ενώ Συνεργάτες Σύνταξης είναι ο Παναγιώτης Ιωάννου, αναπληρωτής καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και η Άννυ Μάλαμα, επιμελήτρια του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού.

Featured post

[*EDITORIAL #7]

ITT07-EXOF_F-LOW

Φιοντόρ Σουρπίν, Πρωινό στην πατρίδα μας, 1946-1948, λάδι σε καμβά, 232 x 167 εκ., Κρατική Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα

EDITORIAL #7

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Στο παρόν τεύχος μπορεί να διαπιστωθεί μια μικρή καινοτομία: μετά από πέντε χρόνια κυκλοφορίας, κρίναμε ότι το περιοδικό μπορεί να προχωρήσει σε ένα θεματικό αφιέρωμα, εδώ επιλέχτηκε η εικόνα ως έννοια της ιστορίας και της θεωρίας της τέχνης.

Τα αφιερώματα είναι πάντοτε κάπως ριψοκίνδυνα. Κατά πρώτον πρέπει να βεβαιωθεί κανείς ότι στοχεύουν σωστά, ότι δηλαδή έχει επιλεγεί ένα ζήτημα αιχμής. Κατά δεύτερο, ότι θίγονται κάποιες ουσιαστικές, και όχι κάποιες δευτερεύουσες πλευρές του θέματος. Το δεύτερο ας το κρίνει ο αναγνώστης. Ας προστεθεί μόνο ότι η απουσία εξειδίκευσης στην Ελλάδα σε ζητήματα θεωρίας της ιστορίας της τέχνης κατέστησε αναγκαία την προσφυγή και σε μεταφράσεις. Ανεξαρτήτως του εάν συμφωνεί κανείς με τις θέσεις του Hans Belting ή του David Freedberg θεωρούμε ότι τα κείμενα που δημοσιεύονται εδώ προσεγγίζουν ορισμένες σημαίνουσες όψεις του ζητήματος από την πλευρά της θεωρίας, της ιστορίας και της μεθοδολογίας της ιστορίας της τέχνης. Άμεσα συσχετιζόμενο είναι και το κείμενο του Horst Bredekamp «Μια παραμελημένη παράδοση; Η ιστορία της τέχνης ως Bildwissenschaft» που έχει δημοσιευθεί σε προηγούμενο τεύχος του περιοδικού[1]. Σίγουρα για το ζήτημα έχει συσσωρευτεί ήδη μια ογκώδης πολύγλωσση βιβλιογραφία Θεωρούμε ωστόσο ότι και με τα πρωτότυπα ελληνόγλωσσα κείμενα που δημοσιεύουμε εδώ ‒το ένα για την ιστοριογραφία και τη θεωρία του ζητήματος, το έτερο για τη λειτουργία της εικόνας στη σύγχρονη τέχνη‒ ολοκληρώνεται προς το παρόν ένα πρώτο corpus.

Σε ό,τι αφορά τώρα την ορθή στόχευση ας παρασχεθούν κάποιες διευκρινήσεις. Με τον όρο εικόνα νοούνται εδώ οι πάσης φύσεως ‒θρησκευτικές ή μη‒ αναπαραστάσεις που συνδέονται με τις εικαστικές τέχνες, έτσι όμως όπως γίνονται αντιληπτές τις τελευταίες δεκαετίες από αρκετούς ιστορικούς τέχνης, δηλαδή ως μια διευρυμένη περιοχή η οποία περιλαμβάνει και έργα με μη καλλιτεχνικό περιεχόμενο. Εικόνες δηλαδή θα θεωρηθούν εδώ οι καλλιτεχνικές αλλά, ορισμένες φορές, και οι μη καλλιτεχνικές οπτικές αναπαραστάσεις (τα «λιγότερο» οπτικά έργα της γλυπτικής, της αρχιτεκτονικής ή άλλων μεικτών τύπων έκφρασης δεν θα χρησιμοποιηθούν παρά μόνο παρεμπιπτόντως ως παραδείγματα). Κριτήριο για τον ορισμό της εικόνας είναι τόσο η αναπαραστατική της ικανότητα όσο και το υλικό υπόστρωμα επί του οποίου αποτυπώνεται (το ξύλο, ο καμβάς, το χαρτί, ακόμη και η κυτταρινοειδής ταινία ή η οθόνη). Τα όρια βεβαίως μια τέτοιας διεύρυνσης είναι σήμερα φλέγον ζήτημα για την ιστορία της τέχνης, ζήτημα το οποίο συνδέεται ευθέως με το ίδιο της το επιστημολογικό καθεστώς. Η ιστορία της τέχνης θα παραμείνει άραγε ένας επιστημονικός κλάδος που θα μελετά τα έργα τέχνης ή θα μετατραπεί ‒έχει άραγε ήδη μετατραπεί;‒ σε μια ιστορική, ίσως και ανθρωπολογική, επιστήμη των εικόνων;

Καθώς η αναζήτηση των ορίων της ιστορίας της τέχνης είναι εδώ καίριας σημασίας, το θέμα δεν θα προσεγγιστεί από την πλευρά των οπτικών ή των πολιτιστικών σπουδών, δεν θα μας απασχολήσουν δηλαδή ούτε διαδικασίες λογοκρισίας (για παράδειγμα αποκαθηλώσεις ηθικά επιλήψιμων αναπαραστάσεων) ούτε ζητήματα επίθεσης κατά συμβόλων (ως αντίδραση σε έκπτωτα πολιτικά καθεστώτα ‒ από την έκρηξη της γαλλικής επανάστασης έως την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, για να παραπέμψουμε στα πιο γνωστά παραδείγματα). Φυσικά και αυτά τα ζητήματα υποφώσκουν αναπόφευκτα σε κάθε σχετική συζήτηση. Η προσοχή μας ωστόσο θα εστιαστεί κυρίως στη λειτουργία των εικόνων ‒και στη θεωρία που τις αφορά‒ ως υλικού για την παραγωγή συμπερασμάτων που συνδέονται με την ιστοριογραφική παράδοση την οποία έχει συγκροτήσει η ιστορία της τέχνης σε συνδυασμό, αναπόφευκτα, και με άλλα επιστημονικά πεδία. Ακριβώς επειδή το ζήτημα της χρήσης των εικόνων από την ιστορία της τέχνης είναι εδώ το κεντρικό ζητούμενο, δεν θα παρακαμφθούν ούτε τα μεγάλα ιστορικά παραδείγματα των νεότερων χρόνων που συνδέθηκαν με τη χρήση της εικόνας σε ένα φορτισμένο πολιτικό και θρησκευτικό περιβάλλον ‒το κεντρικό παράδειγμα αφορά εδώ την εικονομαχία στις ισπανοκρατούμενες Κάτω Χώρες τον 16ο αιώνα‒ ούτε η σημερινή λειτουργία της εικόνας στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής παραγωγής. Υπό αυτή την πολλαπλή, αλλά, ταυτοχρόνως, συγκεκριμένη οπτική τα κείμενα που ακολουθούν ελπίζουμε ότι θα δώσουν το έναυσμα για έναν γόνιμο στοχασμό γύρω από το σημερινό καθεστώς της ιστορίας της τέχνης, για να παραφράσουμε ελαφρώς τον Argan, ως δυτικής επιστήμης[2].

 

Νίκος Δασκαλοθανάσης

[1] Ιστορία της τέχνης, 5, καλοκαίρι 2016, σσ. 100-111 (μτφρ. Ίλια Μοττάκη).

[2] Και μια οφειλόμενη διόρθωση. Στο #6, από το κείμενο της Δέσποινας Τσούργιαννη με τίτλο «’Η φιλαρέσκεια απεπνίγη διά να εξαρθή η τέχνη’: οι αυτοπροσωπογραφίες της Θάλειας Φλωρά Καραβία» εκ παραδρομής δεν απαλείφθηκαν οι παραπομπές σε τρεις εικόνες [εικ. 8, εικ. 9, εικ.10] που δεν συμπεριελήφθησαν τελικώς ώστε να υπάρξει νέα αρίθμηση για τις τρεις επόμενες. Η παραδρομή αυτή δεν επηρεάζει (με εξαίρεση την παραπομπή μετά την εικόνα 7 απευθείας στην εικόνα 11) την ανάγνωση του κειμένου.

Featured post

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #7

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #7

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

CORPUS *Ιστορία της τέχνης και θεωρία της εικόνας

 

Λία Γυιόκα, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας και θεωρίας της τέχνης, ΑΠΘ

«Σημειώσεις για την Bildwissenschaft»

Hans Belting, ομότιμος καθηγητής ιστορίας της τέχνης και θεωρίας των μέσων, Hochschule für Gestaltung Karlsruhe

«Προς μια ανθρωπολογία της εικόνας»

Μετάφραση: Μαριάννα Καράλη, υποψήφια διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

David Freedberg, καθηγητής ιστορίας της τέχνης και διευθυντής της Italian Academy for Advanced Studies in America, Columbia University

«Τέχνη και εικονομαχία, 1525-1580: η περίπτωση των Βορείων Κάτω Χωρών»

Μετάφραση: Γιάννης Καραδήμας, Άλκηστις Κοντοπούλου, Σοφία Χρυσαφοπούλου, μεταπτυχιακοί φοιτητές ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Ελπίδα Καραμπά, διδάσκουσα ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

«Το μουσείο ως πεδίο μάχης και άλλες ιστορίες για την εικόνα»

 

ΠΗΓΕΣ / ΤΕΚΜΗΡΙΑ [Σε αυτό το τμήμα του περιοδικού δημοσιεύονται γραπτά τεκμήρια, εκδομένα ή ανέκδοτα, που υπέχουν θέση πρωτότυπης πηγής για την ιστορία της τέχνης. Εδώ θα περιλαμβάνεται λοιπόν ενδεικτικά «από τη μια, ένα παλαιότερο σώμα κειμένων περί τέχνης όπως τεχνικές οδηγίες για καλλιτέχνες, εγχειρίδια και οδηγούς για ειδήμονες, βιογραφίες καλλιτεχνών και κείμενα θεωρίας της τέχνης πριν από τη συγκρότηση μιας επιστημονικής ιστορίας της τέχνης [Kunstwissenschaft] και, από την άλλη, νεότερα περί τέχνης γραπτά, στο μέτρο που δεν διεκδικούν επιστημονικο-ακαδημαϊκό καθεστώς» [1] . Τα δημοσιευμένα τεκμήρια –όταν είναι ξενόγλωσσα– παρουσιάζονται σε ελληνική απόδοση ενώ τα αδημοσίευτα μεταγράφονται ή/και μεταφράζονται. Η δημοσίευση ή/και η μετάφραση των τεκμηρίων πραγματοποιείται με την ευθύνη της Σύνταξης, συνοδεύεται από σύντομη εισαγωγή και, όταν κρίνεται απαραίτητο, από πραγματολογικές παρατηρήσεις. Ο στόχος της δημοσίευσης των πηγών και των τεκμηρίων είναι διττός: από τη μια συλλέγεται ένα σώμα κειμένων χρήσιμων για την έρευνα ή τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης και από την άλλη δίνεται ένα έναυσμα για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος γύρω από ζητήματα που τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν έχουν επαρκώς συζητηθεί.]

  1. E. H. Gombrich, “Kunstliteratur” στο Atlantisbuch der Kunst: eine Enzyklopädie der bildendenKünste, Ζυρίχη, Atlantis Verlag, 1952, σσ. 665-679, αγγλ. μτφρ. Max Marmor, “The literature of art”, Art Documentation, 11, (1), Άνοιξη 1992, σσ. 3-8, το παράθεμα σ. 3.

 

Giorgio Vasari Οι Βίοι του Giorgio Vasari. Εισαγωγή στις τρεις τέχνες του σχεδίου: αρχιτεκτονική (1550, 1568)

Μετάφραση: Παναγιώτης Ιωάννου

Giovanni Baglione O Bίος του Michelangelo da Caravaggio, ζωγράφου (1642)

Μετάφραση: Παναγιώτης Λαγός, υποψήφιος διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Giovan Pietro Bellori Ο Bίος του Michelangelo Merigi da Caravaggio, ζωγράφου (1672)

Μετάφραση: Ειρήνη Κάμπρα, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Karel van Mander Το Βιβλίο των ζωγράφων: αφιέρωση του συγγραφέα

O Βίος των αδελφών Ian και Hubrecht van Eyck, ζωγράφων από το Μαεσάικ (1604)

Μετάφραση από τα ολλανδικά: Μίνα Καρατζά, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Αντρέι Ζντάνoφ Εισήγηση στο πρώτο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων (1934)

Μετάφραση από τα ρωσικά: Άντα Διάλλα, αναπληρώτρια καθηγήτρια ευρωπαϊκής ιστορίας, ΑΣΚΤ

Μεταγραφή-διορθώσεις: Ξένια Μαρλίτση, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

 

 

ΒΙΒΛΙΑ

Σύλβια Σολακίδη, υποψήφια διδάκτωρ, Centre for Performance Philosophy, University of Surrey

Maurice MerleauPonty, Η φαινομενολογία της αντίληψης

Κωνσταντίνος Βασιλείου, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Université Paris 1 Panthéon-Sorbonne

Erwin Panofsky, Γοτθική αρχιτεκτονική και σχολαστικισμός

Ευγενία Δρακοπούλου, διευθύντρια ερευνών βυζαντινής και νεώτερης αρχαιολογίας και τέχνης, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Λεονάρντο ντα Βίντσι ‒ Λεόν Μπαττίστα Αλμπέρτι ‒ Αντρέα Πότσο, Διά την Ζωγραφίαν: οι πρώτες μεταφράσεις κειμένων τέχνης από τον Παναγιώτη Δοξαρά

Άννυ Μάλαμα

Κώστας Τσιαμπάος, Αμφίθυμη νεωτερικότητα. 9 + 1 κείμενα για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική

Μαρία-Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου, υποψήφια διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Centre Georg Simmel, École des hautes études en sciences sociales

Χάρης Σαββόπουλος, Η τέχνη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο / 1940-1960

Νίκος Καζέρος

Ανδρέας Γιακουμακάτος (επιμ.), Ελληνική αρχιτεκτονική στον 20ό και 21ο αιώνα: ιστορία – θεωρία – κριτική

 

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Σωτήρης Μπαχτσετζής, επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Deree ‒ The American College of Greece

documenta14: LEARNING FROM ATHENS

Αθήνα – Κάσελ

8 Απριλίου – 17 Σεπτεμβρίου 2017

 

Σπύρος Πετριτάκης, υποψήφιος διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Η πάλη των φύλων: από τον Franz von Stuck στη Frida Kahlo

[GESCHLECHTERKAMPF. FRANZ VON STUCK BIS FRIDA KAHLO]

Städel Museum, Φρανκφούρτη επί του Μάιν

24 Νοεμβρίου – 19 Μαρτίου 2017

 

Χριστόφορος Μαρίνος, υποψήφιος διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ: 1950-1974

Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων 

24 Ιανουαρίου – 12 Μαρτίου 2017

 

 

© κειμένων: εκδόσεις futura / οι συγγραφείς

Με εξαίρεση τη χρήση αποσπασμάτων υπό την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς της πηγής, δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση/αναπαραγωγή οποιουδήποτε τμήματος του περιοδικού χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.      

 

 

Featured post

[*Corpus; abstracts #7]

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ #7

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Corpus

Λία Γυιόκα

Σημειώσεις για την Bildwissenschaft

Έχουμε ανάγκη μια θεωρία της Bildwissenschaft ή τις ποικίλες μεθοδολογικές εφαρμογές των επιστημών της εικόνας (ή των εικόνων); Πώς τίθεται σήμερα το ερώτημα αυτό σε συνάρτηση προς τη μελέτη των εικόνων της επιστήμης, της εικόνας ως κοσμοειδώλου της κάθε επιμέρους επιστήμης, καθώς και ως κύριου μέσου της επιστημονικής σκέψης και πράξης; Πώς θα περιγράφαμε μία δυνητικά κριτική επιστήμη των εικόνων; Το άρθρο συζητά ορισμένες προσωρινές απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα.

 

Η Λία Γυιόκα είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας και Θεωρίας της Τέχνης και του Πολιτισμού στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τα τρέχοντα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν την ιστορία της μοντέρνας τέχνης, ελληνικής και ευρωπαϊκής, την ιστορία της ζωγραφικής του 19ου αιώνα, την ιστορία των κόμικς, τη σχέση τεχνοεπιστήμης και τέχνης, την κριτική θεωρία και τις ιστορικές χρήσεις της σημειωτικής. [liayoka@hotmail.com]

 

Ελπίδα Καραμπά

Το μουσείο ως πεδίο μάχης και άλλες ιστορίες για την εικόνα

Το άρθρο επικεντρώνεται στη συζήτηση σχετικά με την οφθαλμοκεντρική (ocularcentric) δυτική κουλτούρα η οποία έχει απασχολήσει ιδιαίτερα το πεδίο της τέχνης αλλά και γενικότερα τα πεδία των ανθρωπιστικών σπουδών και των επιστημών. Η ακόρεστη όρεξη για εικόνες και για οπτικές μορφές γνώσης αποτελούν ένα ιδιαίτερο φαινόμενο, ειδικά στη σημερινή συνθήκη που η εικόνα πλεονάζει και τα υποκείμενα είναι βυθισμένα στην ανακύκλωση απειράριθμων εικόνων μέσα από το διαδίκτυο, τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, τις βάσεις δεδομένων και κάθε λογιών κανάλια ροής εικόνων, που περιγράφεται ως η νέα συνθήκη του κυκλοφορισμού (circulationism). Στο άρθρο εξετάζονται παραδειγματικά περιπτώσεις των καλλιτεχνών Allan Sekula, Ursula Biemann, Atlas Group, Santiago Sierra, Hito Steyerl κ.α. Οι πρακτικές που παρουσιάζονται διαγράφουν μια πορεία της εικόνας από την πολιτική της αναπαράστασης και της αντιπροσώπευσης προς την πολιτική της γνώσης. Πρόκειται για μετάβαση που συνδέθηκε με τις κρίσεις της ύστερης παγκοσμιοποίησης και συνέβαλε στην πρόκριση καλλιτεχνικών μεθόδων στις οποίες η κουλτούρα, η πολιτική και η οικονομία διαπλέκονται με ιδιαίτερη ένταση. Παρότι οι καλλιτέχνες που παρουσιάζονται εφαρμόζουν διαφορετικές μεθοδολογίες, οι οποίες άλλες φορές συμπληρώνουν η μια την άλλη, προτείνοντας «διαφοροποιητικούς μηχανισμούς» καλλιτεχνικής παραγωγής και θεωρητικής ανάλυσης και άλλες φορές αντικρούονται, υπάρχει μεταξύ τους μια σύγκλιση. Σε αυτές τις καλλιτεχνικές κατασκευές η εικόνα και το μουσείο νοούνται ως πεδία μάχης και δράσης που συστρέφουν τις εξωτερικές κοινωνικές διεργασίες επιχειρώντας μια ανασύνταξη του έσω, της αυτονομίας και του έξω, της κοινωνικής δέσμευσης και των σχέσεων παραγωγής του έργου τέχνης. Σε αυτή τη συστροφή προκαλούνται τα παραδοσιακά δημοκρατικά ιδεώδη και ανοίγει χώρος για πιο ριζοσπαστικά δημοκρατικά προτάγματα. Στις πρακτικές οι οποίες ενδεικτικά αναφέρονται στο κείμενο ενεργοποιείται ένα (καλλιτεχνικό και όχι μόνο) πεδίο θεωρίας και πράξης, το οποίο δεν αρκείται στον μερισμό του αισθητού. Ένα πεδίο όπου, επίσης, οι ανορθολογικές επιθυμίες κινητοποιούνται και διαπλέκονται μεταξύ τους και οι αντιφατικές θέσεις αποκαλύπτονται και συγκρούονται.

 

Η Ελπίδα Καραμπά είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών. Ο τίτλος της διατριβής της είναι «Τέχνη Αρχείου από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Από την τέχνη θεσμικής κριτικής σε μια ριζοσπαστική θεσμίζουσα πρακτική». Ειδικεύεται στη σχέση της τέχνης με συστήματα γνώσης και έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την τέχνη αρχείου και την τέχνη στο δημόσιο χώρο. Το 2014 ίδρυσε την Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών (ΠΑΤ), ένα υβρίδιο καλλιτεχνικής, επιμελητικής και θεωρητικής πρακτικής που αναπτύσσει μια πειραματική παρα-θεσμική δραστηριότητα. Παρακλάδι της ΠΑΤ είναι το Σωματείο Εργαζομένων στον Πολιτισμό (ΣΕΠ), ένας οργανισμός που ασχολείται με τη μελέτη, την ανάλυση, την προώθηση και τη στήριξη των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων στον πολιτισμό. Αυτή την περίοδο διδάσκει θεωρία και κριτική της αρχιτεκτονικής και της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και ιστορία της σύγχρονης τέχνη στην ΑΣΚΤ ενώ συνεργάζεται ως επιμελήτρια με το Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (ΙΣΕΤ) και είναι υπεύθυνη της σειράς Δικαίωμα Αρχείου. [elpidakaraba@gmail.com]

Featured post

[*Editorial #6]

ITT06-EXOF

EDITORIAL #6

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

Εάν κάποιος επιχειρούσε να εντοπίσει από τη σκοπιά της ιστορίας της τέχνης τι σημαντικό συνέβη στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες, σίγουρα θα προσέκρουε στη documenta 14. H διεθνής έκθεση η οποία επαναλαμβάνεται κάθε πέντε χρόνια στο Κάσσελ αποφάσισε για την παρούσα διοργάνωση να «μάθει από την Αθήνα» (αν και οι υπεύθυνοι του θεσμού, Έλληνες και μη, έδωσαν την αναμενόμενη απάντηση: τελικώς δεν έμαθαν τίποτε), οργανώνοντας πρώτα μια σειρά δράσεων (κυρίως ομιλίες) και, τελικώς, εκθέτοντας έργα στην ελληνική πρωτεύουσα σε 40 επιλεγμένους χώρους.

Μια τέτοια παραδοχή εγείρει αμέσως ορισμένες αντιρρήσεις. Ό,τι συνδέεται (σημαντικό ή μη) από «ελληνική» άποψη, με την documenta 14, αφορά την πρωτεύουσα της Ελλάδας, όχι απαραιτήτως ολόκληρη τη χώρα. Ωστόσο, εδώ κομίζει κανείς γλαύκα εις Αθήνας (για να επιταθεί το λογοπαίγνιο με οπτικούς όρους: μια γλαυξ είναι το έμβλημα της documenta 14). Ίσως δεν έχει υπογραμμισθεί ιδιαίτερα αλλά η ιστορία της τέχνης είναι, εν πολλοίς, μια ιστορία όσων ‒περί τέχνης‒ συμβαίνουν μόνο στις μεγάλες πόλεις (συχνότατα στις πρωτεύουσες) -στη Φλωρεντία της Αναγέννησης, στη Ρώμη του μπαρόκ, στο Παρίσι του 19ου αιώνα, στη Νέα Υόρκη του μεταπολέμου. Αυτή την πραγματικότητα επιχείρησε εν μέρει να ανατρέψει το 1955 η επιλογή του Κάσελ, μιας πόλης 200.000 κατοίκων, ως έδρας της documenta. Από μιαν άλλη άποψη ωστόσο, αυτή η εποικοδομητική επιλογή μπορεί να ιδωθεί και ως μια παράδοξη αλληλουχία καταστροφών.

Εάν στο Μόναχο υλοποιήθηκε από τους εθνικοσοσιαλιστές η καταστροφή της πρωτοπορίας μέσω της πρώτης έκθεσης εκφυλισμένης τέχνης το 1937, ο βίαια ανεσταλμένος καλλιτεχνικός πειραματισμός επρόκειτο να αναγεννηθεί στο κατεστραμμένο από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων επαρχιακό Κάσελ: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ίδρυση της documenta, που σύντομα επρόκειτο να αναδειχθεί σε παγκόσμιο βαρόμετρο των εξελίξεων της πλέον προηγμένης τέχνης της εποχής μας, εδράζεται στην παραδοχή μιας ενοχής και επιδιώκει μιαν ανάνηψη (ίσως τίποτε πιο φυσικό για μια χώρα προτεσταντών όπως η Γερμανία).

Έδρα της documenta αποτέλεσε το ανηλεώς βομβαρδισμένο Fridericianum. Το κτήριο οικοδομήθηκε ως ένα από τα πρώτα δημόσια μουσεία στην Ευρώπη από τον χωροδεσπότη (Landgraf) της Έσσης Φρειδερίκο Β′ (10 χρόνια πριν από τη γαλλική επανάσταση) με τα χρήματα που αποκόμισε από την πώληση περίπου 19.000 εσιανών (Hessians) μισθοφόρων στον βασιλέα της Αγγλίας. Οι μισθοφόροι ‒οι περισσότεροι άνεργοι και άκληροι, αρκετοί στρατολογημένοι διά της βίας‒ σφαγιάστηκαν στο όνομα της μεγάλης Βρετανίας στα εδάφη του Νέου Κόσμου καθώς χρησιμοποιήθηκαν, ατελέσφορα, για την καταστολή του αμερικανικού πολέμου της ανεξαρτησίας. Να ενταχθεί άραγε σε αυτή τη συλλογιστική του ολέθρου, η επιλογή της ημικατεστραμμένης από τη λεγόμενη «κρίση» Αθήνας, ως κεντρικού σημείου αναφοράς (για κάποιους βεβαίως μήνες) στον παγκόσμιο χάρτη της σύγχρονης τέχνης; Όποια απάντηση κι εάν δώσει κανείς σε αυτό το ερώτημα, υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Πέρα από το συμβολικό ενδιαφέρον του, το δίπολο ενοχή / ανάνηψη ‒ καταστροφή / ανοικοδόμηση, εδράζεται πάντοτε σε πραγματικές ιστορικές περιστάσεις.

Στη δεκαετία του 1950 η κατεστραμμένη Γερμανία όφειλε, για να επιβιώσει, να υποστηρίξει με κάθε τρόπο την ανοικοδόμησή της ως φιλελεύθερο ευρωπαϊκό κράτος˙ σε αυτή την προοπτική εντάσσεται αναμφίβολα η ίδρυση της documenta. Στη δεκαετία μας, είναι άραγε από το ενοχικό καθεστώς του οικονομικού δημίου που επιχειρεί να ανανήψει η Γερμανία μέσω της αποδοχής της Ελλάδας ως ισότιμου, έστω πολιτιστικού, εταίρου στο περιβάλλον της εμφανώς πλέον κατεστραμμένης ευρωπαϊκής ιδέας (μιας και από τον καιρό του πάπα Πίου Β′ και του Pierfrancesco Giambullari, η ενωμένη Ευρώπη υπήρξε μόνο ως ιδέα, ποτέ ως πραγματικότητα); Η παρουσία για τα εγκαίνια στην Αθήνα του ανώτατου πολιτειακού εκπροσώπου της Γερμανίας μοιάζει να το υποδεικνύει.

Εάν αυτό είναι το ζητούμενο, δεν είναι βέβαιο ότι ο στόχος θα επιτευχθεί μέσω της documenta. Σίγουρο πάντως είναι ότι ούτε η Ἑλλάδα πρόκειται έτσι να ανακάμψει οικονομικά. Οι αμοιβές των νεαρών «επιτηρητών» (invigilators) μέσω εταιρείας ενοικίασης εργαζομένων για μερικούς μήνες ‒στο πλαίσιο μιας διοργάνωσης η οποία ενεργοποίησε μια άνευ προηγουμένου αντικαπιταλιστική ρητορική[1], υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων‒ και το συνάλλαγμα των κοσμοπολιτών οπαδών του πολιτιστικού τουρισμού δεν μπορούν βεβαίως ούτε να αυξήσουν την απασχόληση ούτε να αντιμετωπίσουν το δυσβάσταχτο ελληνικό χρέος, παρά τον ενθουσιασμό όσων, εντός και εκτός Ελλάδας, ασχολούνται επαγγελματικά με τη νέα «βιομηχανία της δημιουργικότητας», άξιο κληρονόμο της πολιτιστικής βιομηχανίας. Και φυσικά, ουδέποτε τέθηκε τέτοιος στόχος. Μήπως όμως η ελληνική, έστω, τέχνη θα προβληθεί μέσω, ας πούμε, της παρουσίας της συλλογής του ΕΜΣΤ στον κεντρικό εκθεσιακό χώρο του Κάσελ, το Fridericianum, από το καλοκαίρι 2017; O χρόνος θα το δείξει.

Όμως πέρα από όλα αυτά ‒ή μάλλον, μαζί με όλα αυτά‒ η documenta είναι μια έκθεση τέχνης. Η παρουσία της στην Αθήνα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να δει κανείς επί τόπου (στο ΕΜΣΤ, στην ΑΣΚΤ, στο Μπενάκη της Πειραιώς, στο Ωδείο Αθηνών και αλλού) τι τάσεις υποστηρίζει σήμερα η documenta και πώς χαρτογραφεί την τέχνη αιχμής της εποχής μας˙ να κατανοήσει δηλαδή πώς συνδέονται σήμερα ‒ιστορικά‒ ο ανθρωπολογικός εξωτισμός με αναβιώσεις του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, οι επαναπροσεγγίσεις του ανθρώπινου σώματος με ορισμένες στοιχειώδεις εκδοχές της ζωγραφικής, η αφήγηση προσωπικών ιστοριών με τα διάσπαρτα υπολείμματα μιας τρέχουσας, καθημερινής δραστηριότητας -για να αναφερθούμε σε ορισμένες μόνο έννοιες που μοιάζει να βρίσκονται στον πυρήνα των εκθέσεων της documenta 14 στην Αθήνα. Μετά τα εγκαίνια της έκθεσης και του Κάσελ, το ζήτημα θα αντιμετωπισθεί εκτενέστερα μέσα από τις σελίδες του επόμενου τεύχους του περιοδικού.

Μα είναι άραγε δυνατόν τόσο πρόσφατες τάσεις να απασχολούν ένα περιοδικό ιστορίας της τέχνης; Είναι ένα ακόμη ερώτημα που μπορεί να εγερθεί πάραυτα, ειδικά στην Ελλάδα όπου, για πολλούς, η σύγχρονη τέχνη αποτελεί αντικείμενο της ‒δυστυχώς σήμερα σχεδόν ανύπαρκτης‒ τεχνοκριτικής, όχι της ιστορίας. Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα μπορούσαμε ίσως ‒καταληκτικά‒ να αναφερθούμε στην πρόσφατη, σχεδόν ταυτόχρονη, απώλεια τριών καλλιτεχνών που τυχαίνει να γεννήθηκαν στην Ελλάδα: του Δημήτρη Μυταρά (1934-2017), του Γιάννη Βαλαβανιδη (1939-2017) και του Γιάννη Κουνέλλη (1936-2017). Είναι αναμφίβολο ότι μόνο το έργο του τελευταίου έχει μελετηθεί συστηματικά στο πλαίσιο της ιστορίας της τέχνης. Και τούτο επειδή ο Γιάννης Κουνέλλης δραστηριοποιήθηκε κυρίως εκτός Ελλάδας σε ένα περιβάλλον όπου, εκτός των άλλων, η ιστορική αποτίμηση του σύγχρονου θεωρείται απολύτως θεμιτή. Δεν οφείλουμε άραγε να πράττουμε το ίδιο απέναντι σε όσους δημιουργούν σε μεγαλύτερη εγγύτητα με εμάς, όχι μόνο στον οικείο μας χρόνο αλλά και στον οικείο μας χώρο; Να αντιμετωπίζουμε, στο πεδίο της τέχνης, και το παρόν ως ιστορία: να τι έχουμε εντέλει να μάθουμε εμείς, εδώ, από την documenta.

 

Νίκος Δασκαλοθανάσης

[1] Για τις συνθήκες πρόσληψης και αμοιβής των εργαζομένων στη διοργάνωση της Αθήνας βλ. την καταγγελία της «Πρωτοβουλίας εργαζομένων στην documenta 14» στη διεύθυνση http://tvxs.gr/news/ellada/kataggelia-ergazomenon-sti-documenta-14-learning-athens-onoma-kai-pragma?utm_source=FacebookE&utm_campaign=userBaseE&utm_medium=225848 (πρόσβαση: 21/4/2017). Για την απάντηση των υπεύθυνων της documenta 14 ‒που, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο δεν αντικρούει αλλά επί της ουσίας επιβεβαιώνει τις καταγγελίες των εργαζομένων‒ βλ. http://www.hitandrun.gr/ti-apanta-documenta-stis-katangelies-ergazomenon-gia-aparadektes-ergasiakes-sinthikes/ (πρόσβαση: 30/4/2017). Για την ανταπάντηση των εργαζομένων βλ. http://krisseis.blogspot.gr/2017/05/documenta-14.html (πρόσβαση: 14/5/2017).

 

 

Featured post

*Κήπος Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017 // τεύχος #6

Ευχαριστούμε όλους -ιδιαιτέρως τον Παναγιώτη Τουρνικιώτη, καθηγητή ΕΜΠ και την Ελεονώρα Βρατσκίδου, μεταδιδακτορική ερευνήτρια Technische Universität Berlin- για την παρουσία και τη συμμετοχή στην εκδήλωση-συζήτηση με θέμα Λαϊκή και λόγια τέχνη: πεδίο διαλόγου για την ιστορία της τέχνης; το βράδυ της Πέμπτης 22 Ιουνίου στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.

To νέο τεύχος του περιοδικού βρίσκεται στα σημεία πώλησης από τις 20 Ιουνίου 2017.

Featured post

ΤΕΥΧΟΣ #6 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2017

ITT06-EXOF

Το περιοδικό Ιστορία της τέχνης -το μοναδικό στη χώρα μας περιοδικό ακαδημαϊκού και ερευνητικού προσανατολισμού με εξειδίκευση στην ιστορία και τη θεωρία της τέχνης από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας- φτάνει στο έκτο τεύχος του (Καλοκαίρι 2017). Πεδίο ανεξάρτητου επιστημονικού διαλόγου, απευθύνεται ταυτοχρόνως και στο συνεχώς αυξανόμενο κοινό των φιλότεχνων, στους φοιτητές, στους καλλιτέχνες, στους συλλέκτες, στους επαγγελματίες του χώρου (επιμελητές μουσείων, χώρων τέχνης, πολιτιστικών φορέων και ιδρυμάτων) και γενικότερα σε όλους εκείνους που επιθυμούν να προσεγγίσουν τα καλλιτεχνικά φαινόμενα με έναν έγκυρο και ουσιαστικό τρόπο αλλά και να ενημερωθούν κριτικά για τις νέες εκδόσεις, τις επιστημονικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, τις εκθέσεις και τα συνέδρια που πραγματοποιούνται εντός και εκτός Ελλάδας.

Στο τεύχος #6, όπου δίνεται έμφαση στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης αλλά και στη σχέση λαϊκής και μοντέρνας καλλιτεχνικής έκφρασης, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ένα άρθρο για τις αυτοπροσωπογραφίες της Θάλειας Φλωρά Καραβία, μιας από τις πιο σημαντικές Ελληνίδες ζωγράφους, οι «Αφορισμοί» του Έλληνα «εξπρεσιονιστή» Γιώργου Μπουζιάνη, το καταστατικό της Ελληνικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας εν Ρώμη (1865), ένα κείμενο για το περίφημο σπίτι του χτίστη Ροδάκη στην Αίγινα, σημείο αναφοράς για πολλούς αρχιτέκτονες, Έλληνες και μη, ως προεικόνιση των αιτημάτων της μοντέρνας αρχιτεκτονικής καθώς και μια εκτενής έρευνα σχετικά με την υποδοχή του έργου του Θεόφιλου στην Ευρώπη (και τους μύθους που τη συνοδεύουν). Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται και η πορεία του γερμανικού κινήματος εφαρμοσμένων τεχνών στις αρχές του 20ού αιώνα που συνδέεται με ό,τι θα μπορούσε να αποκληθεί «κρίση της διανοητικής εργασίας». Στο παρόν τεύχος επίσης, μεταφράζεται για πρώτη φορά ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά κείμενα του κορυφαίου των εικονολόγων Erwin Panofsky, με τίτλο «H προσωπογραφία των Arnolfini» του Jan van Eyck, που αφορά έναν από τους πλέον πολυσυζητημένους ‒και μυστηριώδεις‒ πίνακες της δυτικής παράδοσης, συνεχίζεται η δημοσίευση του δεύτερου και τρίτου από τα περίφημα Προοίμια των Βίων του Giorgio Vasari, ενώ μεταφράζεται, για πρώτη επίσης φορά, η ανάλυση από τον κοινωνικό στοχαστή Pierre-Joseph Proudhon του έργου Οι λατόμοι του Courbet, παράλληλα με την απόφαση του Στρατοδικείου των Βερσαλλιών για την καταδίκη του ζωγράφου εξαιτίας της δράσης του στην παρισινή Κομμούνα του 1871. Φυσικά, η κριτική παρουσίαση σημαντικών εκθέσεων και η βιβλιοκριτική αποτελούν, σε ιδιαίτερη έκταση αυτή τη φορά, ένα από τα πλέον σημαντικά τμήματα του περιοδικού.

[Το τεύχος #6 θα βρίσκεται στα σημεία πώλησης από τις 20 Ιουνίου 2017.]

Featured post

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #6

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #6

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

CORPUS

Παναγιώτης Τουρνικιώτης, καθηγητής θεωρίας της αρχιτεκτονικής, ΕΜΠ

«Τόπος-άτοπος: από τον Ροδάκη έως το Team 10. Η αρχιτεκτονική εκλογίκευση του πρωτόγονου ως μοντέρνου και ως κριτική του μοντέρνου»

Νίκος Πεγιούδης, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, University College London

«Η κρίση της διανοητικής εργασίας και το γερμανικό κίνημα εφαρμοσμένων τεχνών στις αρχές του 20ού αιώνα»

Eλεονώρα Βρατσκίδου, μεταδιδακτορική ερευνήτρια ιστορίας της τέχνης, Alexander von Humboldt Stiftung ‒ Technische Universität Berlin

«O Θεόφιλος στην Ευρώπη: ιστορία δυο εκθέσεων και μιας παρ’ ολίγον»

Δέσποινα Τσούργιαννη, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, ΕΚΠΑ

«Η φιλαρέσκεια απεπνίγη διά να εξαρθή η τέχνη: οι αυτοπροσωπογραφίες της Θάλειας Φλωρά Καραβία»

 

TRANSLATIO

Erwin Panofsky

«H προσωπογραφία των Arnolfini του Jan van Eyck»

Μετάφραση: Μαρίνα Παππά, Master 2 Histoire de l’ Art, Université de Paris 1 Panthéon Sorbonne

 

ΠΗΓΕΣ / ΤΕΚΜΗΡΙΑ [Σε αυτό το τμήμα του περιοδικού δημοσιεύονται γραπτά τεκμήρια, εκδομένα ή ανέκδοτα, που υπέχουν θέση πρωτότυπης πηγής για την ιστορία της τέχνης. Εδώ θα περιλαμβάνεται λοιπόν ενδεικτικά «από τη μια, ένα παλαιότερο σώμα κειμένων περί τέχνης όπως τεχνικές οδηγίες για καλλιτέχνες, εγχειρίδια και οδηγούς για ειδήμονες, βιογραφίες καλλιτεχνών και κείμενα θεωρίας της τέχνης πριν από τη συγκρότηση μιας επιστημονικής ιστορίας της τέχνης [Kunstwissenschaft] και, από την άλλη, νεότερα περί τέχνης γραπτά, στο μέτρο που δεν διεκδικούν επιστημονικο-ακαδημαϊκό καθεστώς» [1] . Τα δημοσιευμένα τεκμήρια –όταν είναι ξενόγλωσσα– παρουσιάζονται σε ελληνική απόδοση ενώ τα αδημοσίευτα μεταγράφονται ή/και μεταφράζονται. Η δημοσίευση ή/και η μετάφραση των τεκμηρίων πραγματοποιείται με την ευθύνη της Σύνταξης, συνοδεύεται από σύντομη εισαγωγή και, όταν κρίνεται απαραίτητο, από πραγματολογικές παρατηρήσεις. Ο στόχος της δημοσίευσης των πηγών και των τεκμηρίων είναι διττός: από τη μια συλλέγεται ένα σώμα κειμένων χρήσιμων για την έρευνα ή τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης και από την άλλη δίνεται ένα έναυσμα για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος γύρω από ζητήματα που τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν έχουν επαρκώς συζητηθεί.]

  1. E. H. Gombrich, “Kunstliteratur” στο Atlantisbuch der Kunst: eine Enzyklopädie der bildendenKünste, Ζυρίχη, Atlantis Verlag, 1952, σσ. 665-679, αγγλ. μτφρ. Max Marmor, “The literature of art”, Art Documentation, 11, (1), Άνοιξη 1992, σσ. 3-8, το παράθεμα σ. 3.

 

Giorgio Vasari Οι Βίοι του Giorgio Vasari. Τα προοίμια στις τρεις εποχές. Προοίμια στη Δεύτερη και την Τρίτη εποχή (1550, 1568)

Επιμέλεια ‒ μετάφραση: Παναγιώτης Κ. Ιωάννου, επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

PierreJoseph Proudhon Οι λατόμοι του Courbet (1865)

H απόφαση του Στρατοδικείου των Βερσαλλιών για την καταδίκη του Courbet (1871)

Μετάφραση: Μαρία Δεληγιάννη, μεταπτυχιακό δίπλωμα στη βασική και εφαρμοσμένη γνωσιακή επιστήμη, ΕΚΠΑ

Το καταστατικό της Ελληνικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας εν Ρώμη (1865)

Επιμέλεια ‒ μετάφραση: Παναγιώτης Κ. Ιωάννου, επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Οι «Αφορισμοί» του Γιώργου Μπουζιάνη

Επιμέλεια ‒ μετάφραση: Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, επιμελήτρια ΕΠΜΑΣ

 

ΒΙΒΛΙΑ

Άρης Σαραφιανός, επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Εβίτα Αντωναροπούλου, πτυχίο ιστορίας και αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Edmund Burke, Περί του υψηλού και του ωραίου

Χαρά Κολοκυθά, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Northumbria University

Κριστιάν Ζερβός, Τα έργα του Γκρέκο στην Ισπανία

Γιώργος Ξηροπαΐδης, καθηγητής ιστορίας των φιλοσοφικών και αισθητικών ιδεών, ΑΣΚΤ

Σάββας Κονταράτος, Ουτοπία και πολεοδομία 

Λία Γυιόκα, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας και θεωρίας της τέχνης, ΑΠΘ

Νίκος Δασκαλοθανάσης, Ιστορία της τέχνης: Η γέννηση μιας νέας επιστήμης. Από τον 19ο στον 20ό αιώνα

Θανάσης Διδασκάλου, MA ιστορίας της τέχνης, University of York

Βορτιστικό Μανιφέστο

Ελπίδα Ρίκου, διδάσκουσα ανθρωπολογίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Sandra Delacourt ‒ Katia Schneller ‒Vanessa Theodoropoulou (επιμ.), Le Chercheur et ses doubles

 

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Παναγιώτης Ιωάννου επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

EL GRECO IN ITALIA: METAMORFOSI DI UN GENIO

Casa dei Carraresi, Centro convegni ed esposizioni della Fondazione Cassamarca, Τρεβίζο / 24 Οκτωβρίου 2015 – 1η Μαΐου 2016

 

Γιώργος Τζιρτζιλάκης, αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΠΠΑΣ: HAPPY BIRTHDAY

Μουσείο Μπενάκη (Κεντρικό Κτήριο) / 23 Οκτωβρίου – 20 Νοεμβρίου 2016

 

Παυλίνα Κύρκου, πτυχίο θεωρίας και ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

ΒΛΑΣΗΣ ΚΑΝΙΑΡΗΣ: ΠΡΟΣ ΤΗΝΟ ΙΙΙ

Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, Χώρα Τήνου / 25 Ιουνίου- 31 Οκτωβρίου 2016

 

Κωστής Σταφυλάκης, διδάσκων εικαστικών τεχνών, Πανεπιστήμιο Πατρών

AI WEIWEI AT CYCLADIC

Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης / 20 Μαΐου – 30 Οκτωβρίου 2016

 

Μαριάννα Καράλη, υποψήφια διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ – WAR & PEACE IN THE BALKANS. 5 ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ – 5 ΒΛΕΜΜΑΤΑ / 12 ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ – 8 ΧΩΡΕΣ

Κέντρο Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου, Μεγάλο Αρσενάλι, Χανιά / 7 Μαρτίου – 19 Απριλίου 2016

 

Φαίη Ζήκα, επίκουρη καθηγήτρια φιλοσοφίας και θεωρίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

FLORA GRAECA

Γεννάδειος Βιβλιοθήκη / 8 Μαρτίου – 30 Ιουνίου 2016

 

 

© κειμένων: εκδόσεις futura / οι συγγραφείς Με εξαίρεση τη χρήση αποσπασμάτων υπό την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς της πηγής, δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση/αναπαραγωγή οποιουδήποτε τμήματος του περιοδικού χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.      

Featured post

[*Corpus; abstracts #6]

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ #6

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Corpus

Παναγιώτης Τουρνικιώτης

Τόπος-άτοπος: Από τον Ροδάκη ως το Team 10. Η αρχιτεκτονική εκλογίκευση του πρωτόγονου ως μοντέρνου και ως κριτική του μοντέρνου

Ο Γιώργος Κανδύλης, ο Aldo van Eyck και οι Smithsons ξεκίνησαν από διαφορετικούς τόπους, με διαφορετική παιδεία και συναντήθηκαν σε μια ‘οικογένεια’ εκλεκτικής συγγένειας, το Team 10, στην οποία επιχείρησαν την κριτική του μοντέρνου, που προσπάθησαν να στηρίξουν στην αρχιτεκτονική εκλογίκευση του πρωτόγονου και του πρωτογενούς. Οι τόποι στους οποίους αναφέρονται, το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, τα χωριά των Dogons στην Αφρική και οι εργατικές γειτονιές του Λονδίνου, είναι στην ουσία τους τόποι-άτοποι, μια ιδανική ετεροτοπία, αν όχι μια ουτοπία, που υπήρξε πραγματικά και ίσως να υπάρχει ακόμα, έστω δυνητικά. Η προβολή της ουτοπίας αυτής στη σύγχρονη εποχή ήταν μια προσπάθεια υπέρβασης της μοντέρνας πόλης από κοινωνική, πολιτική και αρχιτεκτονική οπτική γωνία. Οι Smithsons, ο Κανδύλης και ο Aldo van Eyck δεν είδαν όμως την αρχιτεκτονική ως μέσο για να λύνεις προβλήματα, αλλά ως φορέα νοήματος και άρα ως γλώσσα. Η μεγαλύτερη συνεισφορά τους ήταν η προσπάθεια να προσδιορίσουν από την αρχή το χτισμένο νόημα της αρχιτεκτονικής για να το χτίσουν. Και με αυτή την έννοια, προσπάθησαν να χτίσουν θεωρίες της αρχιτεκτονικής.

 

Ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης διδάσκει θεωρία της αρχιτεκτονικής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Έχει δημοσιεύσει κριτικά δοκίμια και βιβλία για την αρχιτεκτονική και για την πόλη, με έμφαση στους νεώτερους χρόνους και τη μοντέρνα εποχή. Ο Le Corbusier και η μητροπολιτική Αθήνα είναι δύο μεγάλα και ανοιχτά κεφάλαια της πιο πρόσφατης δραστηριότητάς του. [ptournikiotis@arch.ntua.gr]

 

Νίκος Πεγιούδης

Η κρίση της διανοητικής εργασίας και το γερμανικό κίνημα εφαρμοσμένων τεχνών στις αρχές του 20ού αιώνα

Το άρθρο προτείνει μια ριζική επαναπροσέγγιση του γερμανικού κινήματος εφαρμοσμένων τεχνών των αρχών του 20ού αιώνα. Επιχειρώντας να καταργήσει τον διαχωρισμό ανάμεσα στις ελεύθερες και τις εφαρμοσμένες τέχνες, το κίνημα αυτό συνεισέφερε σημαντικά στην αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας αντικειμένων καθημερινής χρήσης, αμφισβητώντας την αυτονομία της τέχνης και αποτελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο προπομπό των καλλιτεχνικών πρωτοποριών του Μεσοπολέμου. Παραδόξως, ενώ τα επιτεύγματα του κινήματος έχουν εξεταστεί λεπτομερώς στην ιστοριογραφία της τέχνης σε ένα πλαίσιο ηρωικών πολλές φορές πορτραίτων των πρωταγωνιστών του, τα αίτια αυτής της πρωτοφανούς κλίμακας παρέμβασης στον χώρο των εφαρμοσμένων τεχνών παραμένουν αδιερεύνητα. Μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους προς αυτήν την κατεύθυνση, επιχειρείται η ακριβέστερη ένταξη του κινήματος στο ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό του πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο καίρια – αν και παραγνωρισμένα στην έρευνα – ζητήματα όπως η κρίση της διανοητικής και καλλιτεχνικής εργασίας, επαγγελματικά και συντεχνιακά συμφέροντα καθόρισαν τις παρεμβάσεις και διαμόρφωσαν την ταυτότητα του εν λόγω κινήματος.

 

Ο Νίκος Πεγιούδης είναι διδάκτωρ του University College London. Ο τίτλος της διατριβής του είναι Artists and Radicalism in Germany, 1890-1933: Reform, Politics and the Paradoxes of the Avant-Garde. Το ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται σε ζητήματα κοινωνικής ιστορίας της τέχνης στην κεντρική και δυτική Ευρώπη του 19ου και 20ού αιώνα όπως η καλλιτεχνική εργασία και η εκπαίδευση καθώς και η σχέση της μεταρρύθμισης των εφαρμοσμένων τεχνών με τα κινήματα της πρωτοπορίας του μεσοπολέμου. Αυτή την περίοδο προετοιμάζει την έκδοση της διδακτορικής του διατριβής. [nikos.peior@gmail.com]

 

Eλεονώρα Βρατσκίδου

O Θεόφιλος στην Ευρώπη: ιστορία δυο εκθέσεων και μιας παρ’ ολίγον

Στηριζόμενη σε πρωτότυπη αρχειακή έρευνα, η παρούσα μελέτη φέρνει στο φως άγνωστες πτυχές της εκθεσιακής ιστορίας του ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (π. 1870-1934) εκτός Ελλάδας. Με άξονα την ιστορία της πρόσληψης της επονομαζόμενης «ναΐφ» δημιουργίας στην Ευρώπη, διερευνώνται οι πρώτες ατελέσφορες απόπειρες παρουσίασης του Θεόφιλου στο Παρίσι κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, και, στη συνέχεια, οι μεγάλες ατομικές εκθέσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κunsthalle της Βέρνης, το 1960 και στο Musée des Arts Décoratifs στο Παρίσι, το 1961, με πρωτοβουλία του εκδότη τέχνης και κύριου συλλέκτη του ζωγράφου Στρατή Ελευθεριάδη-Tériade.

 

Η Ελεονώρα Βρατσκίδου είναι διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης (École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι). Ως υπότροφος του Iδρύματος Alexander von Humboldt Stiftung, εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στο Technische Universität του Βερολίνου με θέμα τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης στις ακαδημίες καλών τεχνών και τον ρόλο της καλλιτεχνικής πράξης στη διαμόρφωση της ιστορίας της τέχνης ως επιστήμης κατά τον 19ο αιώνα [evratskidou@gmail.com].

 

Δέσποινα Τσούργιαννη

«Η φιλαρέσκεια απεπνίγη διά να εξαρθή η τέχνη»: οι αυτοπροσωπογραφίες της Θάλειας Φλωρά Καραβία

Τα τελευταία χρόνια είναι αισθητή, κυρίως στον χώρο της ιστοριογραφίας και λιγότερο σε αυτόν της Ιστορίας της Τέχνης, η στροφή προς τη διερεύνηση του γυναικείου αυτοβιογραφικού Λόγου, είτε πρόκειται για γραπτά τεκμήρια (αυτοβιογραφίες, αλληλογραφία) είτε για εικαστικά (αυτοπροσωπογραφίες). Αξιοποιώντας την εξαιρετικά γόνιμη οπτική του φύλου, η παρούσα εισήγηση επιχειρεί να αναδείξει και να ερμηνεύσει τις πολυάριθμες αυτοπροσωπογραφίες μιας από τις σημαντικότερες και πιο παραγωγικές γυναίκες ζωγράφους, της Θάλειας Φλωρά Καραβία. Παράλληλα, στοιχεία που αρύονται από το αδημοσίευτο προσωπικό αρχείο της ζωγράφου (Αυτοβιογραφία και Επιστολές) συμπληρώνουν αρμονικά το φόντο δημιουργίας των έργων και μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε το μωσαϊκό ρόλων και ταυτοτήτων που συνθέτει τη γυναικεία καλλιτεχνική υποκειμενικότητα.

 

Η Δέσποινα Τσούργιαννη είναι διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης του ΕΚΠΑ. Η διδακτορική της διατριβή με θέμα τη ζωγράφο Θάλεια Φλωρά Καραβία εκδόθηκε σε βιβλίο το 2005. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα και οι δημοσιεύσεις της επικεντρώνονται κυρίως στη νεότερη ελληνική τέχνη με έμφαση στην καλλιτεχνική δημιουργία και δράση των γυναικών στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.[despts@gmail.com]

Featured post

[*Editorial #5]

ITT05-EXOF_01LOW

EDITORIAL #5

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

Η χρονιά που διανύουμε, αλλά και η επόμενη, φαίνεται πως είναι σημαντικές για όσους παρακολουθούν τα καλλιτεχνικά τεκταινόμενα σε αυτή την εσχατιά της Βαλκανικής. Η Ελλάδα, και, ας το πούμε ευθέως, η Αθήνα, μοιάζει να «κατακτά» μια νέα θέση στον διεθνή καλλιτεχνικό χάρτη. Να μερικά γεγονότα που το δείχνουν: η Μαρίνα Αμπράμοβιτς φιλοξενήθηκε στο Μπενάκη της Πειραιώς (μια συνεργασία του Ιδρύματός της, ΜΑΙ, και του γνωστού μας ΝΕΟΝ) και ο Άι Γουέι-Γουέι, παρουσιάζει τη δουλειά του στο Μουσείο Κυκλαδικής τέχνης. Η documenta 14 (2017) έχει αρχίσει επίσης να κάνει αισθητή την παρουσία της στην πρωτεύουσα μέσω της παραγωγής ενός περιοδικού (South as a state of mind)[1] και, επιπλέον, μέσω της συνεργασίας του θεσμού με την ΑΣΚΤ[2]. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό το αιφνίδιο ενδιαφέρον του «κόσμου της σύγχρονης τέχνης» για μια χώρα που βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στο μάτι του κυκλώνα της αποκαλούμενης οικονομικής κρίσης;

Το ενδιαφέρον αυτό δεν είναι καινούριο. Επικεντρώνοντας την προσοχή τους σε εστίες κρίσης, τα θεσμικά συστήματα της σύγχρονης τέχνης προσεγγίζουν τη χειμαζόμενη περιφέρεια, μετατρέποντάς την, αιφνιδίως, σε κέντρο. Το Λάγος αποτελούσε, για παράδειγμα, μια τέτοια εστία για την Documenta 11, το 2002. Η τέχνη μοιάζει να τίθεται στην υπηρεσία της ελπίδας, όπως, περίπου, δήλωσε ο Άι Γουέι-Γουέι (προς τον οποίο στράφηκαν τα φώτα της δημοσιότητας) κρατώντας για λίγο μέσα στο ψιλόβροχο της Ειδομένης την πλαστική τέντα που κάλυψε το λευκό πιάνο επί του οποίου εξάσκησε τις (στοιχειώδεις) μουσικές της ικανότητες μια νεαρή κοπέλα από τη Συρία (πριν βυθιστεί και πάλι, σε αντίθεση με τον καλλιτέχνη, στο έρεβος της προηγούμενης ανωνυμίας της). Από την άλλη, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς προσέφερε στους κατοίκους της Αθήνας που συνέρρευσαν στο Μουσείο Μπενάκη, μια πιο προσωπική λύση με αντίστοιχη πρόθεση, προς όσους επιθυμούσαν να μυηθούν στην μέθοδό της. Ταυτοχρόνως, μέσω μιας παραλλαγής του καλλιτεχνικού είδους που η Claire Bishop έχει αποκαλέσει «περφόρμανς κατ’ εξουσιοδότηση» (delegated performance), επιλεγμένοι επαγγελματίες καλλιτέχνες, κυρίως χορογράφοι, μουσικοί ή αρχιτέκτονες και δευτερευόντως εικαστικοί, αναμετρήθηκαν με τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας (του χρόνου, της επαναληπτικότητας, της φυσικής και ψυχολογικής αντοχής). Και η documenta 14 διατράνωσε την επιθυμία της να διδαχθεί από την Αθήνα της κρίσης[3] όπως στη δεκαετία του 1970 μπορούσε κανείς να διδαχθεί από το Λας Βέγκας, τη «μη-πόλη» των πάρκινγκ, των μπαρ και των καζίνο[4].

Είναι αλήθεια πως η τριπλή κριτική ματιά που συνέχει ό,τι περιγράφεται εδώ, ‒ο Άι Γουέι Γουέι διαχειρίζεται ένα συλλογικό ζήτημα, το προσφυγικό, η Αμπράμοβιτς ένα ατομικό, τη ριζική αλλαγή του εαυτού μας, η documenta επαναπροσδιορίζει τον άξονα των ηγεμονικών σχέσεων οι οποίες καθορίζουν και τη συλλογική και την ατομική μας ύπαρξη‒, όλα αυτά ανάγονται στα πράγματι ριζοσπαστικά αιτήματα των καλλιτεχνικών ομάδων του τέλους της δεκαετίας του ’60. Η χρεωκοπημένη «μοντερνιστική» θεωρία του Greenberg στις ΗΠΑ και η θεσμοποιημένη πλέον ευρωπαϊκή πρωτοπορία δεν ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να συγχρονιστούν με το ιστορικό περιβάλλον του όψιμου μεταπολέμου. Στο χώρο των εικαστικών τεχνών, αυτή η κριτική συνδέθηκε με μια σημαίνουσα μετατόπιση: την αποστασιοποίηση από την οπτική μορφοποίηση του κόσμου, έτσι όπως την ενσάρκωνε κυρίως η ζωγραφική, προς όφελος «πολυαισθητηριακών» τρόπων πρόσληψης της πραγματικότητας. Η ανάδυση νέων καλλιτεχνικών μορφών, όπως, ας πούμε, η «εγκατάσταση» ή η ανάκτησή, με νέα ορμή, παλαιότερων, όπως η περφόρμανς, συμπυκνώνει παραδειγματικά αυτή τη μετατόπιση. Όσοι σήμερα ασκούν την τέχνη τους στη δυστοπία της ελληνικής πραγματικότητας εντάσσονται αναμφίβολα σε τούτη την παράδοση: η Αμπράμοβιτς (γεν. 1946) ως ιστορική πρωταγωνίστρια, ο Άι Γουέι Γουέι (γεν. 1957) ως επιφανής επίγονος, οι επιμελητές της documenta (ιδρύθηκε το 1955) ως κληρονόμοι των νέων επιμελητικών αντιλήψεων που εισήγαγαν άνθρωποι όπως ο Harald Szeemann.

Ωστόσο ούτε το σημερινό ιστορικό περιβάλλον είναι ίδιο, μισόν σχεδόν αιώνα μετά τον Μάη του ’68. Τότε, διακυβεύονταν πιθανώς ακόμη το αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ των φορέων μιας ριζικής αλλαγής, από τη μια, και όσων αντιλαμβάνονταν την επαπειλούμενη ρήξη με όρους αναζωογονητικού εκσυγχρονισμού, από την άλλη. Σήμερα τα πράγματα μοιάζουν σαφή: στο πεδίο της τέχνης οι νέες μορφές έκφρασης όχι μόνο δεν διέρρηξαν τη σχέση τους με το μονοδιάστατο καθεστώς της οπτικότητας ‒που εκλαμβάνονταν ως καθεστώς παθητικής κυριαρχίας‒ αλλά, αντιθέτως, το επανέφεραν αναζωογονημένο ως θέαμα. Αυτή η θεαματική μορφή δεν περιορίζεται απλώς στην αέναη διάχυση των αναπαραστάσεων ενός καλλιτεχνικού γεγονότος μέσω των ΜΜΕ. Φυσικά ισχύει και αυτό. Για παράδειγμα, η παρέμβαση του Άι Γουέι Γουέι στην Ειδομένη έγινε αντιληπτή διαμεσολαβημένα καθώς αναμεταδόθηκε από ένα παγκόσμιο δίκτυο εικόνων: ελάχιστοι βίωσαν το γεγονός (οι παρόντες πρόσφυγες ας πούμε, όχι πάνω από 10 ή 20) και χιλιάδες το προσέλαβαν ως οπτική αναπαράσταση.

Η θεαματική λειτουργία της τέχνης αποκτά πλέον πολύ πιο σύνθετο χαρακτήρα. Οι επισκέπτες της έκθεσης της Αμπράμοβιτς σαφώς και βίωσαν την ίδια την εμπειρία της επίσκεψης και όχι την οπτική της αναπαράσταση, μια και εδώ τα ΜΜΕ δεν αναμετάδωσαν το εκθεσιακό γεγονός, όπως στην περίπτωση του Άι Γουέι Γουέι, αλλά, απλώς, το γνωστοποίησαν ευρέως. Φυσικά, για πολλούς επισκέπτες, η εικόνα της Αμπράμοβιτς είχε προηγηθεί της ίδιας. Όμως στο Μουσείο Μπενάκη, την αναπαραστατική λειτουργία, δηλαδή την πρόσληψη ενός γεγονότος μέσω μιας διαμεσολαβημένης παρουσίασης, δεν την ανέλαβαν οι εικόνες αλλά ο ίδιος ο θεσμός: τα φυλλάδια που διανέμονταν επί τόπου, οι ακριβείς οδηγίες επίσκεψης, η τήρηση της σειράς προτεραιότητας και των ωραρίων, η συμπλήρωση προσχεδιασμένων ερωτηματολογίων, η πληθώρα των εθελοντών και των εργαζομένων, πρόθυμων πάντοτε να κατευθύνουν και να εξηγήσουν. Η συλλογιστική των μεγάλων εκθέσεων πλέον, αναπαράγει όλο και με μεγαλύτερη πιστότητα τις συνθήκες της πειθαρχημένης εργασίας όπου τα πάντα λειτουργούν ελεγχόμενα. Μα και η ίδια η λογική της συγκεκριμένης έκθεσης εμπεριείχε σαφώς μια αναπαραστατική ‒δηλαδή μια θεαματική‒ παράμετρο ειδικά στην περίπτωση των λεγόμενων reperformances, στην επανάληψη δηλαδή, με άλλους πρωταγωνιστές, ιστορικών επιτελέσεων της Αμπράμοβιτς, εντός του Μουσείου Μπενάκη. Η διάλυση της διαφοράς μεταξύ της καλλιτεχνικής πράξης και της αναπαράστασής της, αποτέλεσε έναν από τους θεμελιώδεις στόχους της περφόρμανς, τουλάχιστον στην εκδοχή που θεμελίωσε η ίδια η Αμπράμοβιτς. Στη reperformance το ιστορικό γεγονός της αρχικής παράστασης μετατρέπεται σε απλό καλλιτεχνικό αντικείμενο προς θέαση, κάτι σαν ζωγραφικός πίνακας με ζωντανούς πρωταγωνιστές. Και ο επισκέπτης περιπίπτει έτσι ευθέως στην κατάσταση από την οποία η περφόρμανς θέλησε, κάποτε, να τον «απελευθερώσει»: στην κατάσταση του ‒παραδοσιακού‒ παθητικού θεατή.

Ο Άι Γουέι Γουέι, η Αμπράμοβιτς, η documenta δημιουργούν στην Αθήνα αναπαραστάσεις του προσφυγικού δράματος, των ορίων της ανθρώπινης ύπαρξης, της νότιας πνευματικής συνθήκης. Κι όλα αυτά, μέσα από περίπλοκα δίκτυα όπου η τέχνη κυκλοφορεί ως γεγονός και ως κατάσταση. Οι εκθέσεις μοιάζουν όλο και περισσότερο με συζητήσεις και με συνέδρια, τα έργα τα αναζητά κανείς σε παράδοξους χώρους. Ο άυλος λόγος της τέχνης, οξύς και ακραίος, καταλαμβάνει όλες τις όψεις την καθημερινότητας, από τις πλέον επίσημες (ακαδημίες, μουσεία, πανεπιστήμια) έως τις πιο δυσλειτουργικές (εγκαταλελειμμένα κτήρια, φτωχογειτονιές, καταυλισμούς) ακυρώνοντας «δημοκρατικά» οποιαδήποτε διάκριση. Στην πράξη ωστόσο, μήπως εντέλει είναι ο κυρίαρχος θεσμικός λόγος που εισβάλει παντού αδιακρίτως μετατρέποντας την τέχνη σε ό,τι ο Benjamin Buchloh έχει αποκαλέσει «αισθητική της διαχείρισης»; Σε αυτό το πεδίο οι εικόνες πλέουν ελεύθερα και συνυπάρχουν εξίσου αρμονικά, μετατρέποντας τη δυστοπία της κρίσης σε ευτοπία της ελπίδας. Εδώ όμως ο ιστορικός χρόνος δεν διαρκεί πολύ: όσο ένα δελτίο ειδήσεων ή, στην καλύτερη περίπτωση, όσο μια περιοδική έκθεση[5].

 

Νίκος Δασκαλοθανάσης

 

[1] Το περιοδικό ‒το οποίο λειτουργεί προσωρινά ως το περιοδικό της documenta 14‒ εκδίδεται από το 2012 στην Αθήνα από την Dyo Deka ekdotiki, με διευθύντρια Σύνταξης τη Μαρίνα Φωκίδη.

[2] Βλ. ενδεικτικά, http://www.dasta.asfa.gr/frontend/new.php?aid=1333&cid=82 (πρόσβαση: 17/4/2016).

[3] Learning From Athens είναι πράγματι ο προγραμματικός τίτλος της documenta 14.

[4] Ο συνειρμός με τον προγραμματικό επίσης τίτλο του βιβλίου των Robert Venturi ‒ Denise Scott Brown ‒ Steven Izenour, Learning from Las Vegas, Κέιμπριτζ (ΜΑ), The MIT Press, 1977 (1972) είναι και αναπόφευκτος και, προφανώς, ηθελημένος.

[5] Θα ήθελα εδώ να επισημάνω μια αβλεψία του #4: το κείμενο που αφορά τον Walter Benjamin (Otto Karl Werkmeister, «Όχι άλλο Benjamin! Η νέα έκδοση του δοκιμίου του Walter Benjamin: ‘Το έργο τέχνης την εποχή της δυνατότητας της τεχνικής του αναπαραγωγής’», Ιστορία της τέχνης, 4, Καλοκαίρι 2005, σσ. 109-117), μετέφρασε από τα αγγλικά η Τιτίνα Κορνέζου.

 

 

Featured post

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #5

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #5

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

CORPUS

Νίνα Παπάζογλου, διδάκτωρ, Goldsmiths, University of London

«Σύγχρονη τέχνη και παρακμή: το Cremaster Cycle του Matthew Barney»

Χριστίνα Δημακοπούλου, υποψήφια διδάκτωρ, ΑΣΚΤ

«Το παράδοξο του προοδευτικού συντηρητισμού: ο γλύπτης Γιάννης Παππάς στην διεύθυνση της ΑΣΚΤ»

Γιάννης Χατζηνικολάου, μεταδιδακτορικός επιστημονικός συνεργάτης, Humboldt Universität zu Berlin 

«Θέα μέσα από κατεστραμμένες στέγες: η συντηρητική αισθητική του Δημητρίου Αναστασάτου»

Νικόλαος Γραίκος, διδάκτωρ, ΑΠΘ

«Κατασκευάζοντας τη νεοελληνική εκκλησιαστική τέχνη: το θεώρημα της «βελτιωμένης βυζαντινής ζωγραφικής»»

 

ΞΕΝΙΑ

[Εδώ φιλοξενούνται κείμενα ιστορικών τέχνης που δραστηριοποιούνται εκτός Ελλάδας και έχουν κατά κανόνα γραφτεί σε ξένη γλώσσα. Τα κείμενα αυτά είτε είναι γραμμένα ειδικά για το περιοδικό είτε έχουν δημοσιευθεί προηγουμένως αλλού και αποτελούν ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα τους. Τα κείμενα επιλέγονται και μεταφράζονται με ευθύνη της Σύνταξης.]

Horst Bredekamp, καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Institut für Kunst- und Bildgeschichte (IKB), Humboldt Universität zu Berlin

«Η ιστορία της τέχνης ως Bildwissenschaft. Μια παραμελημένη παράδοση;»

Mετάφραση από τα αγγλικά: Ίλια Μοττάκη, μεταπτυχιακή φοιτήτρια, Πανεπιστήμιο Κρήτης

 

DIVERTIMENTI

Enrico Maria Dal Pozzolo, καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Università di Verona

«Μια πλαστή Δανάη του El Greco»

Μετάφραση από τα ιταλικά: Παναγιώτης Ιωάννου

 

OPINIO

Νίκος Χατζηνικολάου, ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Κρήτης 

«Έλληνες κριτικοί και ιστορικοί της τέχνης στο Παρίσι 1945-1975: μια προσωπική μαρτυρία»

 

ΠΗΓΕΣ / ΤΕΚΜΗΡΙΑ  [Σε αυτό το τμήμα του περιοδικού δημοσιεύονται γραπτά τεκμήρια, εκδομένα ή ανέκδοτα, που υπέχουν θέση πρωτότυπης πηγής για την ιστορία της τέχνης. Εδώ θα περιλαμβάνεται λοιπόν ενδεικτικά «από τη μια, ένα παλαιότερο σώμα κειμένων περί τέχνης όπως τεχνικές οδηγίες για καλλιτέχνες, εγχειρίδια και οδηγούς για ειδήμονες, βιογραφίες καλλιτεχνών και κείμενα θεωρίας της τέχνης πριν από τη συγκρότηση μιας επιστημονικής ιστορίας της τέχνης [Kunstwissenschaft] και, από την άλλη, νεότερα περί τέχνης γραπτά, στο μέτρο που δεν διεκδικούν επιστημονικο-ακαδημαϊκό καθεστώς» [1] . Τα δημοσιευμένα τεκμήρια –όταν είναι ξενόγλωσσα– παρουσιάζονται σε ελληνική απόδοση ενώ τα αδημοσίευτα μεταγράφονται ή/και μεταφράζονται. Η δημοσίευση ή/και η μετάφραση των τεκμηρίων πραγματοποιείται με την ευθύνη της Σύνταξης, συνοδεύεται από σύντομη εισαγωγή και, όταν κρίνεται απαραίτητο, από πραγματολογικές παρατηρήσεις. Ο στόχος της δημοσίευσης των πηγών και των τεκμηρίων είναι διττός: από τη μια συλλέγεται ένα σώμα κειμένων χρήσιμων για την έρευνα ή τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης και από την άλλη δίνεται ένα έναυσμα για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος γύρω από ζητήματα που τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν έχουν επαρκώς συζητηθεί.]

  1. E. H. Gombrich, “Kunstliteratur” στο Atlantisbuch der Kunst: eine Enzyklopädie der bildendenKünste, Ζυρίχη, Atlantis Verlag, 1952, σσ. 665-679, αγγλ. μτφρ. Max Marmor, “The literature of art”, Art Documentation, 11, (1), Άνοιξη 1992, σσ. 3-8, το παράθεμα σ.3.

 

Giorgio Vasari Οι Βίοι του Giorgio Vasari. Τα προοίμια στις τρεις εποχές (1550, 1568)

Μετάφραση από τα ιταλικά και επιμέλεια: Παναγιώτης Ιωάννου

Paragone ή η άμιλλα μεταξύ των τεχνών .Οι επιστολές του Bronzino και του Μιχαήλ Αγγέλου στον Benedetto Varchi (1549)

Μετάφραση από τα ιταλικά:

Ιάνθη Ασημακοπούλου, μεταδιδακτορική ερευνήτρια, ΕΚΠΑ

Ντίνος Πυτιχούτης, πτυχίο Lettere Lingue Arti. Italianistica e culture comparate, Università degli Studi di Bari Aldo Moro

Carlo Cesare Malvasia Η κηδεία του Agostino Carracci στην πατρίδα του την Μπολόνια διοργανωμένη από τους Incaminati Academici del Disegno γραμμένη για τον Εκλαμπρότατο και Σεβασμιώτατο Καρδινάλιο Farneze

Μετάφραση από τα ιταλικά και επιμέλεια: Παναγιώτης Λαγός, μεταπτυχιακό δίπλωμα Ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Marcel Duchamp Η υπόθεση Richard Mutt (1917)

Μετάφραση από τα αγγλικά: Νίκος Δασκαλοθανάσης

 

ΒΙΒΛΙΑ

Τιτίνα Κορνέζου, επίκουρη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Ναυσικά Λιτσαρδοπούλου, Η ζωγραφική παραγωγή των Κάτω Χωρών κατά τον 17ο αιώνα

Παναγιώτης Μπίκας, μέλος Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού, ΑΠΘ

Martin Kemp, Συνέχεια, αλλαγή και πρόοδος. Το παράδειγμα των τεχνών

Νίκος Γ. Μοσχονάς, ομότιμος Διευθυντής Ερευνών, ΙΙΕ / ΕΙΕ

Gherardo Ortalli, La pittura infamante. Secoli XIIIXVI

Άννυ Μάλαμα

Claude Mollard, Η πέμπτη εξουσία. Το γαλλικό παράδειγμα: η πολιτισμική πολιτική από τον Malraux στον Lang

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Σπύρος Μοσχονάς, διδάκτωρ, ΕΚΠΑ

Α. ΤΑΣΣΟΣ 1914-1985

Μουσείο Μπενάκη, Κτήριο οδού Πειραιώς

30 Νοεμβρίου 2015 – 31 Ιανουαρίου 2016

Ειρήνη Οράτη, επιμελήτρια, Συλλογή Έργων Τέχνης της Alpha Bank

Φώτης Κόντογλου. Από τον «Λόγο» στην «Έκφρασι». Μέ ζωγραφιές καί μέ πλουμίδια ἀπ’ τό χέρι τοῦ συγγραφέα 

Μουσείο Μπενάκη, Κτήριο Πινακοθήκης Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα

8 Δεκεμβρίου 2015 ‒ 20 Φεβρουαρίου 2016 (παρατάθηκε έως τις 5 Μαρτίου 2016)

Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως, φαντασία και χειρ

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

23 Δεκεμβρίου 2015 – 8 Μαΐου 2016

Αρετή Λεοπούλου, επιμελήτρια Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη)

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ: ΑΘΗΝΑ

Διπλάρειος Σχολή

20 Απριλίου – 28 Ιουνίου 2015

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Αρετή Αδαμοπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Ε′ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ: ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Αθήνα, 15 – 17 Ιανουαρίου 2016

Πόπη Σφακιανάκη, υποψήφια διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Κρήτης

FESTIVAL DE L’ HISTOIRE DE L’ ART

Φονταινεμπλώ, Γαλλία, 29 ‒ 31 Μαΐου 2015

 

© κειμένων: εκδόσεις futura / οι συγγραφείς Με εξαίρεση τη χρήση αποσπασμάτων υπό την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς της πηγής, δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση/αναπαραγωγή οποιουδήποτε τμήματος του περιοδικού χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.      

Featured post

[*Corpus; abstracts #5]

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ #5

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Corpus

Νίνα Παπάζογλου

Σύγχρονη τέχνη και παρακμή: το Cremaster Cycle του Mathew Barney

Το άρθρο αναφέρεται στο έργο CREMASTER cycle (1994-2002) του Αμερικανού καλλιτέχνη Matthew Barney (γ. 1967), ένα μεταμοντέρνο δημιουργικό εγχείρημα που προτείνει την οπερατική δομή και τον επικό στόμφο ως μεθοδολογία για την σύγχρονη τέχνη. Το έργο εξετάζεται σε σχέση με τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες που οδήγησαν στην εξαιρετικά δαπανηρή υπερπαραγωγή του, στην σαγηνευτική και αινιγματική του αισθητική αλλά και στην μεγάλη συστημική του επιτυχία. Επίσης εξετάζονται τα χαρακτηριστικά αυτά που μας οδηγούν σε έναν ιστορικό συσχετισμό του έργου με το καλλιτεχνικό ρεύμα της Παρακμής, στην Ευρώπη , από τα τέλη του 19ου αιώνα.

 

H Νίνα Παπάζογλου είναι διδάκτωρ του Goldsmiths (University of London). Η διδακτορική της διατριβή με τίτλο Matthew Barney’s Cremaster Cycle and the Ordeal of Value περιγράφει και αναλύει ένα παράδειγμα συστημικής διαμόρφωσης πολιτισμικής, οικονομικής και ιστορικής αξίας στο χώρο της σύγχρονης τέχνης κατά την δεκαετία του 1990. [nina.pz@gmail.com]

 

Χριστίνα Δημακοπούλου

Το παράδοξο του προοδευτικού συντηρητισμού: ο γλύπτης Γιάννης Παππάς στην διεύθυνση της ΑΣΚΤ

Το 1959 ο Γιάννης Παππάς θα εκλεγεί για πρώτη φορά διευθυντής της ΑΣΚΤ αναλαμβάνοντας να ολοκληρώσει ένα έργο εμπλουτισμού των καλλιτεχνικών σπουδών διά της συγκρότησης μιας σειράς εργαστηρίων εφαρμοσμένων τεχνών που η αιφνίδια τερματισμένη θητεία του Κεφαλληνού είχε αφήσει ημιτελές. Πολύ σύντομα αυτή η κληρονομημένη ευθύνη την οποία ο Παππάς ανέλαβε το 1959 σχεδόν καταναγκαστικά θα εξελιχθεί μέσω των διαδοχικών επανεκλογών του Παππά στην διεύθυνση της Σχολής σ’ ένα φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα δεκαετούς διάρκειας με βασικούς στόχους την διεύρυνση του θεσμικού της ρόλου και την περεταίρω προβολή της τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Το παρόν άρθρο, αξιοποιώντας το υλικό του ιστορικού αρχείου της ΑΣΚΤ, επιχειρεί μια πρώτη απόπειρα διερεύνησης των κεντρικών επιδιώξεων της διεύθυνσης Παππά όπως αυτές προκύπτουν από την πολυδιάστατη δράση που ανέπτυξε η Σχολή ως θεσμός μέσα στην δεκαετία 1959-1969.

 

Η Χριστίνα Δημακοπούλου είναι υποψήφια διδάκτωρ στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ιστορία της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και στην σχέση της με την νεοελληνική τέχνη του 20ού αιώνα. [chrisdimak@gmail.com]

 

Γιάννης Χατζηνικολάου

Θέα μέσα από κατεστραμμένες στέγες: η συντηρητική αισθητική του Δημητρίου Αναστασάτου

Στο άρθρο επισημαίνεται για πρώτη φορά η περίπτωση του άγνωστου μέχρι σήμερα καλλιτέχνη Δημήτρη Αναστασάτου, ο οποίος φτάνει το 1943 από την Ρουμανία στην εθνοσοσιαλιστική Γερμανία ως μουσικός, κάτοχος υποτροφίας. Το υλικό που τον αφορά αντλείται από το προσωπικό του αρχείο που βρέθηκε σε μια υπαίθρια αγορά του Βερολίνου το 2010. Ο Αναστασάτος έγινε στη συνέχεια μαθητής του Γερμανού γλύπτη Georg Kolbe στο Βερολίνο. Μετά τον πόλεμο ο Αναστασάτος φαίνεται ότι υποστηρίχθηκε από τους συντηρητικούς πολιτικούς κύκλους του Δυτικού Βερολίνου και ανέλαβε μεγάλο αριθμό αναθέσεων για δημόσια γλυπτά. Ωστόσο η καλλιτεχνική του σταδιοδρομία δεν υπήρξε σημαντική. Πλην του ονόματός του και ενός βιογραφικού σημειώματος που ο ίδιος συνέταξε στα 89 του χρόνια ελπίζοντας να λάβει υψηλότερη σύνταξη, κανένα από τα ευρισκόμενα στο αρχείο του έγγραφα δεν σχετίζεται με την ελληνική του καταγωγή. Στο πλαίσιο αυτού του βιογραφικύ σημειώματος πάντως βρίσκει κανείς λίγες αναφορές που σχετίζονται με τη στάση του απέναντι στη δικτατορία των συνταγματαρχών στην Ελλάδα καθώς και με τις ιδεολογικές του θέσεις.

 

O Γιάννης Χατζηνικολάου είναι μεταδιδακτορικός επιστημονικός συνεργάτης στο πρόγραμμα “Symbolic Articulation. Image and Language between Schema and Action” στο Τμήμα Ιστορίας της Τέχνης του Humboldt Universität Berlin. Η διατριβή του (Denkende Körper – Formende Hände. “Handeling“ in Kunst und Kunsttheorie der Rembrandtisten), που υποστήριξε στο Freie Universität του Βερολίνου το 2014, κυκλοφόρησε μόλις από τον εκδοτικό οίκο Walter de Gruyter. [hadjinig@cms.hu-berlin.de]

 

Νικόλαος Γραίκος

Κατασκευάζοντας τη νεοελληνική εκκλησιαστική τέχνη: το θεώρημα της «βελτιωμένης βυζαντινής ζωγραφικής»

Η λεγόμενη «βελτιωμένη βυζαντινή ζωγραφική» αποτέλεσε το συνεκτικότερο «αναπαραστατικό θεώρημα» μετά την ανεξαρτησία του ελληνικού έθνους το 1830 που διαμορφώθηκε από λόγιους και καλλιτέχνες της εποχής στοχεύοντας στη «διόρθωση» των βυζαντινών προτύπων με βάση τα ακαδημαϊκά ευρωπαϊκά παραδείγματα. Ωστόσο το εγχείρημα της «βελτιωμένης βυζαντινής ζωγραφικής» για την κατασκευή της νεοελληνικής εκκλησιαστικής τέχνης δεν τελεσφόρησε τόσο καλλιτεχνικά όσο και θεωρητικά. Στο άρθρο μας επιχειρούμε να αναλύσουμε τις αιτίες αυτής της αποτυχίας προτείνοντας μια νέα ανάγνωση των βασικών αρχών του «θεωρήματος» και των πιθανών συμβολών του στη γένεση του λόγου περί τέχνης στην Ελλάδα και στον εκσυγχρονισμό της εκκλησιαστικής ζωγραφικής.

 

Ο Νικόλαος Γραίκος είναι διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η πρόσφατη μονογραφία που εξέδωσε (από κοινού με τον Γ. Φουστέρη) με τίτλο Εὐλαβείας καὶ ὡραιότητος χάριν. Εκκλησιαστική Τέχνη της Κύμης (Αθήνα, Μορφωτικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος Κύμης, 2013) τιμήθηκε με το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών (2014). [graikos@otenet.gr]

 

 

Featured post

[*Editorial #4]

EXOF-ITT04

EDITORIAL #4

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Λέγεται συχνά ότι σε περιόδους μεγάλων κοινωνικών εντάσεων παράγονται σημαντικά έργα στο πεδίο του πολιτισμού. Το φαινόμενο αυτό ερμηνεύεται εξίσου συχνά μέσω μιας αναγωγής στην «πύκνωση» του ιστορικού χρόνου ως αποτέλεσμα της βίαιης κίνησης της ιστορίας, τούτης της «θύελλας που πνέει από τη μεριά του παραδείσου» την οποία, όπως γράφει ο Walter Benjamin, «εμείς αποκαλούμε πρόοδο». Είναι πιθανό. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε αυτές τις περιόδους της έντασης, οι άνθρωποι αναγκάζονται κυρίως να τοποθετηθούν, να πάρουν θέση. Στο παρόν τεύχος λοιπόν δημοσιεύονται τρία εκτενή κείμενα για έργα που ακριβώς, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, παίρνουν θέση σε μια ιδιαιτέρως φορτισμένη περίοδο του 20ού αιώνα, τη δεκαετία 1935-1945. Η Guernica του Picasso φιλοτεχνείται το 1937 για να καταγγείλει τη φασιστική θηριωδία, το δοκίμιο του Benjamin «Το έργο τέχνης την εποχή της δυνατότητας της τεχνικής του αναπαραγωγής» δημοσιεύεται το 1936 για να υποστηρίξει την ανάδυση μιας νέας, «προλεταριακής», τέχνης, οι Νικόλαος Κάλας και André Breton κατασκευάζουν τη Σκακιέρα από καθρέφτη και κρασί το 1944 για να μιλήσουν, αμφίσημα, για τα κυνικά «παιχνίδια» της πολεμικής στρατηγικής. Τα έργα αυτά εμπλούτισαν την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης –και φυσικά ολόκληρη την εποχή μας– επειδή ακριβώς εγκλείουν στο εσωτερικό τους έναν, έστω, «κόκκο αλήθειας» σε σχέση με τις δραματικές εντάσεις της περιόδου που τα γέννησε. Το υπογραμμίζουν δεόντως τα κείμενα που, στο ανά χείρας τεύχος, τα παρουσιάζουν κριτικά, αν και από εντελώς διαφορετική σκοπιά.

Στο παρόν τεύχος περιλαμβάνονται επίσης μια αποτίμηση του έργου της πρωτοπόρου αμερικανίδας ιστορικού τέχνης Linda Nochlin, μια εκτενής αναφορά στα σωματεία εικαστικών τεχνών που λειτούργησαν στην Ελλάδα ως πυλώνες της καλλιτεχνικής δραστηριότητας την προπολεμική αλλά και την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, ένα κείμενο για την επίδραση της μινωικής και μυκηναϊκής τέχνης στο ελάχιστα έως τώρα μελετημένο έργο του αρχιτέκτονα Νικόλαου Ζουμπουλίδη, μια ενδελεχής εξέταση του αγιογραφικού έργου του Θεόφιλου σε σχέση με τη δημοσίευση έξι εικόνων στον κατάλογο της έκθεσης του Τελλογλείου Τιμή στον Tériade, μια Αναφορά του αστυνομικού επιθεωρητή για τη δραστηριότητα του Picasso στο Παρίσι (1901), το κείμενο του αμερικανού καλλιτέχνη Barnett Newman για την έννοια του Υψηλού (1948), το περίφημο, αν και μάλλον άγνωστο, Άσμα του Giotto για την πενία, μια κριτική επισκόπηση των εκδόσεων και των μεταφράσεων των Βίων του Vasari και βιβλιογραφικές πληροφορίες για τις περί τέχνης πηγές της αρχαιότητας.

Το βιβλίο του Α. Richard Turner και του Άλκη Χαραλαμπίδη για την Αναγέννηση στην Ιταλία, μια ανθολογία με μεταφρασμένα περί τέχνης κείμενα από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα σε επιμέλεια του Κωνσταντίνου Βασιλείου και η Ιστορία της σύγχρονης αρχιτεκτονικής του Josep-Maria Montaner, παρουσιάζονται στη συνέχεια στη «στήλη» της βιβλιοκριτικής. Το τεύχος ολοκληρώνεται με πέντε τεχνοκριτικά κείμενα για την έκθεση του Καζιμίρ Μαλέβιτς στην Tate Modern του Λονδίνου, του Michelangelo Pistoletto στο Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας, του Θεόδωρου Ράλλη στο Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης, την αφιερωματική Τιμή στον Tériade στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών της Θεσσαλονίκης και, τέλος, την ομαδική Εικαστικές τέχνες και αντίσταση στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων.

Και, για να κλείσουμε όπως αρχίσαμε, εάν κανείς αναρωτιόταν σήμερα, μια ακόμη περίοδο κοινωνικής έντασης, αν και διαφορετικού χαρακτήρα, «ποια είναι τα αντίστοιχα σημαντικά έργα της δικής μας εποχής; Υπάρχουν; Αναμένονται;» τι θα απαντούσαμε άραγε; Να ένα ζήτημα προς σκέψη.

Νίκος Δασκαλοθανάσης

Featured post

ΤΕΥΧΟΣ #4 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2015

EXOF-ITT04

Το περιοδικό Ιστορία της τέχνης –το μοναδικό στη χώρα μας περιοδικό ακαδημαϊκού και ερευνητικού προσανατολισμού με εξειδίκευση στο πεδίο της ιστορίας και της θεωρίας της τέχνης από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας– έφτασε στο τέταρτο τεύχος του (Καλοκαίρι 2015). Η έως τώρα πορεία του ενισχύει τη βεβαιότητά μας ότι το κοινό που ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για την τέχνη και την ιστορία της στην Ελλάδα και τον κόσμο αυξάνεται εντυπωσιακά και στη χώρα μας. Στο ίδιο συμπέρασμα μας οδηγεί και η επισκεψιμότητα των δικτυακών τόπων όπου το περιοδικό έχει ηλεκτρονική παρουσία.

Στο τεύχος #4 (Καλοκαίρι 2015) περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ένα κείμενο για τον έλληνα ποιητή και τεχνοκρίτη διεθνούς φήμης Νικόλαο Κάλας, μια κριτική αποτίμηση του έργου της πρωτοπόρου αμερικανίδας ιστορικού τέχνης Linda Nochlin, μια εκτενής αναφορά στα σωματεία εικαστικών τεχνών που λειτούργησαν ως πυλώνες της καλλιτεχνικής δραστηριότητας την προπολεμική αλλά και πρώτη μεταπολεμική περίοδο, μια κριτική παρουσίαση της επίδρασης της μινωικής και μυκηναϊκής τέχνης στο ελάχιστα έως τώρα μελετημένο έργο του αρχιτέκτονα Νικόλαου Ζουμπουλίδη, ένα κείμενο για την Guernica του Πικάσο γραμμένο από τον κορυφαίο βρετανό ιστορικό τέχνης T. J. Clark, μια εκτενής βιβλιοκρισία του ομότιμου γερμανού καθηγητή ιστορίας της τέχνης Otto Karl Werckmeister για τη νέα γερμανική έκδοση του δοκιμίου του Walter Benjamin «Το έργο τέχνης την εποχή της δυνατότητας της τεχνικής του αναπαραγωγής», μια ενδελεχής εξέταση του αγιογραφικού έργου του Θεόφιλου σε σχέση με τη δημοσίευση έξι εικόνων στον κατάλογο της έκθεσης του Τελλογλείου «Τιμή στον Tériade», μια Αναφορά του αστυνομικού επιθεωρητή για τη δραστηριότητα του Πικάσο στο Παρίσι (1901), το κείμενο του αμερικανού καλλιτέχνη Barnett Newman για την έννοια του «Υψηλού» (1948), το περίφημο, αν και μάλλον άγνωστο, Άσμα του Giotto για την πενία, μια κριτική επισκόπηση των εκδόσεων και των μεταφράσεων των Βίων του Vasari και, φυσικά, βιβλιογραφικές πληροφορίες, κριτική παρουσίαση σημαντικών εκθέσεων και βιβλιοκριτική.

Featured post

[*ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #4]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #4

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

CORPUS

Ειρήνη Μαρινάκη, διδάκτωρ, Τhe London Consortium

«Ο Νικόλαος Κάλας και το σκάκι: η τέχνη ως παιχνίδι, το παιχνίδι ως τέχνη»

Λουίζα Αυγήτα, διδάκτωρ, City University London

«Διεκδικώντας την ιστορία. Η φεμινιστική οπτική της Linda Nochlin»

Σπύρος Μοσχονάς, διδάκτωρ, ΕΚΠΑ

«Τα καλλιτεχνικά σωματεία στην Ελλάδα: 1930-1955»

Θανάσης Θ. Σωτηρίου, μεταπτυχιακό δίπλωμα ιστορίας της τέχνης, ΕΚΠΑΒασιλική Πλιάτσικα, διδάκτωρ, ΕΚΠΑ

«H επίδραση της μινωικής και μυκηναϊκής τέχνης στο έργο του αρχιτέκτονα Νικόλαου Ζουμπουλίδη»

ΞΕΝΙΑ

[Εδώ φιλοξενούνται κείμενα ιστορικών τέχνης που δραστηριοποιούνται εκτός Ελλάδας και έχουν κατά κανόνα γραφτεί σε ξένη γλώσσα. Τα κείμενα αυτά είτε είναι γραμμένα ειδικά για το περιοδικό είτε έχουν δημοσιευθεί την τελευταία πενταετία και αποτελούν ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα τους. Τα κείμενα επιλέγονται και μεταφράζονται με ευθύνη της Σύνταξης.]

T. J. Clark, ομότιμος καθηγητής, University of California, Berkeley

«Η Guernica του Picasso»

Mετάφραση από τα αγγλικά: Άννυ Μάλαμα

OPINIO

Otto Karl Werckmeister, ομότιμος καθηγητής, Northwestern University, Evanston, IL

«Όχι άλλο Benjamin! Η νέα έκδοση του δοκιμίου του Walter Benjamin: «Το έργο τέχνης την εποχή της δυνατότητας της τεχνικής του αναπαραγωγής»»

Mετάφραση από τα αγγλικά: Τιτίνα Κορνέζου

DATA

Μαρία Γ. Μόσχου, διδάκτωρ, ΕΚΠΑ

«Το αγιογραφικό έργο του Θεόφιλου και η δημοσίευση έξι εικόνων στον κατάλογο της έκθεσης του Τελλογλείου «Τιμή στον Tériade»»

ΠΗΓΕΣ / ΤΕΚΜΗΡΙΑ  [Σε αυτό το τμήμα του περιοδικού δημοσιεύονται γραπτά τεκμήρια, εκδομένα ή ανέκδοτα, που υπέχουν θέση πρωτότυπης πηγής για την ιστορία της τέχνης. Εδώ θα περιλαμβάνεται λοιπόν ενδεικτικά «από τη μια, ένα παλαιότερο σώμα κειμένων περί τέχνης όπως τεχνικές οδηγίες για καλλιτέχνες, εγχειρίδια και οδηγούς για ειδήμονες, βιογραφίες καλλιτεχνών και κείμενα θεωρίας της τέχνης πριν από τη συγκρότηση μιας επιστημονικής ιστορίας της τέχνης [Kunstwissenschaft] και, από την άλλη, νεότερα περί τέχνης γραπτά, στο μέτρο που δεν διεκδικούν επιστημονικο-ακαδημαϊκό καθεστώς» [1] . Τα δημοσιευμένα τεκμήρια –όταν είναι ξενόγλωσσα– παρουσιάζονται σε ελληνική απόδοση ενώ τα αδημοσίευτα μεταγράφονται ή/και μεταφράζονται. Η δημοσίευση ή/και η μετάφραση των τεκμηρίων πραγματοποιείται με την ευθύνη της Σύνταξης, συνοδεύεται από σύντομη εισαγωγή και, όταν κρίνεται απαραίτητο, από πραγματολογικές παρατηρήσεις. Ο στόχος της δημοσίευσης των πηγών και των τεκμηρίων είναι διττός: από τη μια συλλέγεται ένα σώμα κειμένων χρήσιμων για την έρευνα ή τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης και από την άλλη δίνεται ένα έναυσμα για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος γύρω από ζητήματα που τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν έχουν επαρκώς συζητηθεί.]

  1. E. H. Gombrich, “Kunstliteratur” στο Atlantisbuch der Kunst: eine Enzyklopädie der bildendenKünste, Ζυρίχη, Atlantis Verlag, 1952, σσ. 665-679, αγγλ. μτφρ. Max Marmor, “The literature of art”, Art Documentation, 11, (1), Άνοιξη 1992, σσ. 3-8, το παράθεμα σ.3.

Αναφορά του αστυνομικού επιθεωρητή για τη δραστηριότητα του Picasso στο Παρίσι (1901) Επιμέλεια-μετάφραση από τα γαλλικά: Νίκος Δασκαλοθανάσης

Barnett Newman, Το Υψηλό συμβαίνει τώρα (1948)

Μετάφραση από τα αγγλικά: Νάσια Τσάτσου, πτυχίο θεωρίας και ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Άσμα του Giotto, ζωγράφου εκ Φλωρεντίας

Μετάφραση από τα ιταλικά: Βασιλική Δανιήλ, μεταπτυχιακό δίπλωμα ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

[Σε αυτό το τμήμα του περιοδικού παρουσιάζονται, με ευθύνη της Σύνταξης, πληροφορίες οι οποίες οροθετούν από βιβλιογραφική άποψη συγκεκριμένα ερευνητικά ζητήματα που αφορούν την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης. Τα διάσπαρτα βιβλιογραφικά δεδομένα που συγκεντρώνονται εδώ και τα σύντομα συνοδευτικά σχόλια δεν στοχεύουν στη διεξοδική καταγραφή και αξιολόγηση των βιβλιογραφικών πληροφοριών αλλά στον λειτουργικό προσανατολισμό του χρήστη τους.]

Παναγιώτης Κ. Ιωάννου

Οι Vite του Vasari: εκδόσεις, μεταφράσεις και μελέτες

Νίκος Δασκαλοθανάσης

Βιβλιογραφία για τις περί τέχνης πηγές της αρχαιότητας

ΒΙΒΛΙΑ

Ιάνθη Ασημακοπούλου, μεταδιδακτορική ερευνήτρια, ΕΚΠΑ

Α. Richard Turner, Η Αναγέννηση στη Φλωρεντία: Η γένεση μιας νέας τέχνης, Η Ιταλική Αναγέννηση: Αρχιτεκτονική, Γλυπτική, Ζωγραφική

Αλέξανδρος Διαμαντής, μεταπτυχιακό δίπλωμα ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Κωνσταντίνος Βασιλείου (επιμέλεια), Τέχνη και Δημιουργικότητα. Μια ανθολογία

Κώστας Τσιαμπάος, λέκτορας, ΕΜΠ

Josep-Maria Montaner, Ιστορία της σύγχρονης αρχιτεκτονικής: κινήματα, ιδέες και δημιουργοί στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Νίκος Αξαρλής, BA στις Καλές Τέχνες, Nottingham University

MALEVICH: REVOLUTIONARY OF RUSSIAN ART

Tate Modern, Λονδίνο

16 Ιουλίου – 26 Οκτωβρίου 2014

Στρατής Πανταζής, διδάκτωρ, The University of Manchester

MICHELANGELO PISTOLETTO

Φεστιβάλ Αισχυλείων, Παλαιό Ελαιουργείο, Eλευσίνα

30 Αυγούστου – 5 Οκτωβρίου 2014

Άνη Κοντογιώργη, διδάκτωρ, ΑΠΘ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΡΑΛΛΗΣ. ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ

Μουσείο Μπενάκη, Κτηριακό συγκρότημα Κεραμεικού-Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης

17 Δεκεμβρίου 2014 – 22 Φεβρουαρίου 2015

Πόπη Σφακιανάκη, υποψήφια διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Κρήτης

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ TÉRIADE

Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών

14 Νοεμβρίου 2014 – 18 Μαρτίου 2015

Αλέξανδρος Τενεκετζής, διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Κρήτης

ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων, Πάρκο Ελευθερίας,

29 Οκτωβρίου – 30 Νοεμβρίου 2014

© κειμένων: εκδόσεις futura / οι συγγραφείς Με εξαίρεση τη χρήση αποσπασμάτων υπό την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς της πηγής, δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση/αναπαραγωγή οποιουδήποτε τμήματος του περιοδικού χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.      

Featured post

[*Corpus & Data; abstracts #4]

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ #4

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Corpus

Ειρήνη Μαρινάκη

Ο Νικόλαος Κάλας και το σκάκι: η τέχνη ως παιχνίδι, το παιχνίδι ως τέχνη

Ο Νικόλαος Κάλας (1907-1988) αναφέρεται συχνά στα κείμενα του στην σπουδαιότητα των παιχνιδιών ως πολιτιστικά φαινόμενα. Το άρθρο εστιάζει στις ιδέες του Κάλας για τα παιχνίδια και την σχέση τους με την υπερρεαλιστική σκέψη και την σύγχρονη τέχνη της εποχής του. Παρουσιάζει την έκθεση-αφιέρωμα στο σκάκι , The Imagery of Chess (1944-45), που οργανώθηκε από τους Marcel Duchamp, Max Ernst και Julien Levy στην Νέα Υόρκη και την συμμετοχή του Κάλας σε αυτήν. Η «υπερρεαλιστική σκακιέρα» από καθρέφτη και κρασί, που εξέθεσε σε συνεργασία με τον André Breton καθώς και οι αφορισμοί τους Profanation, Α Game of Chess που την συνόδευαν, σχολιάζονται εκτενώς σε σχέση με πρώιμα και μεταγενέστερα κείμενα του Κάλας για το παιχνίδι.

Η Ειρήνη Μαρινάκη είναι διδάκτωρ του Τhe London Consortium (University of London). H διδακτορική της διατριβή με τίτλο Nicolas Calas: Critic and Curator (2012) είχε ως αντικείμενο τα κριτικά κείμενα, την επιμέλεια εκθέσεων και τις διαλέξεις του Νικόλαου Κάλας, την περίοδο της παραμονής του στην Αμερική. Αυτή την περίοδο ετοιμάζει ένα βιβλίο με το ίδιο θέμα (υπό έκδοση στα αγγλικά το 2016) και, ταυτοχρόνως, μελετά τα ανέκδοτα κείμενα του Νικόλαου Κάλας για τον Hieronymus Bosch. [marinakiirinaki@gmail.com]

Λουίζα Αυγήτα 

Διεκδικώντας την ιστορία. Η φεμινιστική οπτική της Linda Nochlin

Σε αυτό το κείμενο γίνεται μια κριτική ανάλυση της φεμινιστικής προσέγγισης στην ιστορία της τέχνης, όπως αυτή διαμορφώνεται στο συγγραφικό έργο της Linda Nochlin. Το κείμενο εστιάζει στις μεταβολές του λόγου και της μεθοδολογίας της που αντανακλώνται στην πραγμάτευση της έννοιας της αλήθειας. Οι μεταβολές αυτές διερευνώνται μέσα στο πλαίσιο της μετάβασης από τη μαχητική φεμινιστική ιστορίας της τέχνης της δεκαετίας 1970, που εκφράζεται σε κείμενά της όπως το εμβληματικό «Γιατί δεν υπήρξαν σπουδαίες γυναίκες καλλιτέχνες;» (1971), στον μεταμοντέρνο εκλεκτικισμό των δεκαετιών 1980 και 1990.

Η Λουίζα Αυγήτα είναι ιστορικός, κριτικός και θεωρητικός τέχνης και διδάκτορας του Πανεπιστημίου City του Λονδίνου. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται σε ζητήματα σύγχρονης τέχνης που σχετίζονται με τον σύγχρονο επιμελητικό λόγο και τις πολιτιστικές πολιτικές, την τέχνη των Βαλκανικών χωρών και της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και τον προσδιορισμό της καλλιτεχνικής εργασίας. Είναι πανεπιστημιακή υπότροφος του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων. [lavgita@gmail.com]

Σπύρος Μοσχονάς

Τα καλλιτεχνικά σωματεία ως πυλώνες της καλλιτεχνικής δραστηριότητας (1930-1955)

Στο άρθρο παρουσιάζεται περιληπτικά το φαινόμενο της οργάνωσης των Ελλήνων καλλιτεχνών σε επαγγελματικά σωματεία και ομάδες κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και κατά τους πρώτους μεταπολεμικούς χρόνους, προκειμένου να φωτιστεί ο καταλυτικός ρόλος των συλλογικών ενώσεων στα εικαστικά ζητήματα. Τα σωματεία του Μεσοπολέμου –εκτός της πλούσιας εκθεσιακής δράσης τους, μέσω της οποίας ανέδειξαν πλήθος νέων δημιουργών– ανέπτυξαν έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα, ενώ στα μεταπολεμικά χρόνια, συνέβαλαν στην αναβίωση της αγοράς και στην καθιέρωση νεωτερικών τάσεων, προτού η σχετική ομαλοποίηση της καλλιτεχνικής και κοινωνικής ζωής και η άνθηση των αιθουσών τέχνης τα οδηγήσει σε εξαφάνιση.

Ο Σπύρος Μοσχονάς είναι διδάκτωρ Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ. Η διδακτορική του διατριβή έχει τίτλο «Καλλιτεχνικά σωματεία και ομάδες τέχνης στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα: η σημασία και η προσφορά τους» (Αθήνα 2010). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στη νεοελληνική τέχνη και ειδικότερα στη μνημειακή εκκλησιαστική ζωγραφική, στη θεματική της θαλασσογραφίας, σε ζητήματα τέχνης και αγοράς και στις σχέσεις Κράτους-εικαστικών καλλιτεχνών. [spmosch@hotmail.com]

Θανάσης Θ. Σωτηρίου – Βασιλική Πλιάτσικα

H επίδραση της μινωικής και μυκηναϊκής τέχνης στο έργο του αρχιτέκτονα Νικόλαου Ζουμπουλίδη

Ο αρχιτέκτονας Νικόλαος Ζουμπουλίδης (Σινασός Καππαδοκίας 1888-Αθήνα 1969), σχεδιάζοντας ή συμβάλλοντας καθοριστικά στο σχεδιασμό ενός μεγάλου αριθμού τραπεζικών κτιρίων ανά την επικράτεια, υπήρξε ένας σημαντικός συνδιαμορφωτής της εικόνας της δημόσιας μεσοπολεμικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Σε ένα τμήμα αυτής της παραγωγής του, αλλά και σε κτίρια ιδιωτικής χρήσης που σχεδίασε, ο Ζουμπουλίδης χρησιμοποίησε μορφολογικά και διακοσμητικά δάνεια από τη μινωική και μυκηναϊκή αρχαιότητα και τις σύγχρονές του αρχαιολογικές αποκαταστάσεις. Στο άρθρο εντοπίζονται και αναλύονται αυτά τα στοιχεία του έργου του, επισημαίνονται τα πρότυπά του και ερμηνεύεται η συγκεκριμένη τάση του, στο ευρύτερο πλαίσιο της πρόσληψης της μινωικής και μυκηναϊκής αρχαιότητας στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα.

Ο Θανάσης Σωτηρίου είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ιστορίας της τέχνης του ΕΚΠΑ και εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων. Τα τρέχοντα ερευνητικά του ενδιαφέροντα αφορούν την πρόσληψη της μινωικής και μυκηναϊκής αρχαιότητας στο πεδίο της εικαστικών τεχνών και της αρχιτεκτονικής στον 20ό αιώνα. [athsotiriou@yahoo.gr]

Η Βασιλική Πλιάτσικα είναι διδάκτωρ του ΕΚΠΑ και εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την πρόσληψη της ελληνικής αρχαιότητας στις εφαρμοσμένες τέχνες τον 20ό αιώνα. [vassilikipliatsika@gmail.com]

Data

Μαρία Μόσχου

Το αγιογραφικό έργο του Θεόφιλου και η δημοσίευση έξι εικόνων στον Κατάλογο της έκθεσης του Τελλογλείου «Τιμή στον riade / Hommage à riade»

Στο κείμενο παρουσιάζoνται στοιχεία για το αγιογραφικό έργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ και ασκείται κριτική στη δημοσίευση έξι φορητών εικόνων στον Κατάλογο της έκθεσης του Τελλογλείου «Τιμή στον Tériade / Hommage à Tériade» (Θεσσαλονίκη 14.11.2014-19.4.2015). Αμφισβητείται η κρατούσα αντίληψη ότι η αγιογραφική παραγωγή του ζωγράφου είναι εξαιρετικά περιορισμένη και εξετάζονται οι εικόνες της έκθεσης, οι οποίες παρουσιάζονται ως σώμα σπάνιων πρώιμων έργων του Θεόφιλου, λαμβάνοντας υπόψη χρονολογικά στοιχεία και υφολογικά χαρακτηριστικά με σημείο αναφοράς αγιογραφικά του έργα. Η κριτική περιλαμβάνει τον έλεγχο των πληροφοριών που παρουσιάζονται στο ιστορικό προέλευσης και στα λήμματα των εικόνων της δημοσίευσης, καθώς και στην παρουσίαση των έργων στην έκθεση, θέτοντας υπό ισχυρή αμφισβήτηση ότι αποτελούν στο σύνολό τους έργα του Θεόφιλου.

Η Μαρία Γ. Μόσχου είναι διδάκτωρ Ιστορίας της Τέ­χνης του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μα­ζι­­­­­­­κής Ενη­­­­μέρωσης (ΕΚΠΑ). Τα ερευ­­νη­­­τι­κά της εν­δι­α­­φέ­ρο­­­ντα εστιάζονται στην ιστο­ρία και την κρι­τι­κή της τέχνης του 20ού αιώνα με έμ­φαση στην υποδοχή της λαϊκής τέχνης καθώς και στην έντυπη λαϊκή εικονογραφία. [moschoumaria@yahoo.com]

Featured post

Πρόσκληση Υποβολής Ανακοινώσεων – Ε΄ Συνέδριο Ιστορίας της Τέχνης

*

Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης (Ε.Ε.Ι.Τ.)

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΤΕΧΝΗΣ

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

 Ε΄ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

«Ζητήματα ιστορίας, μεθοδολογίας, ιστοριογραφίας»

 ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ

 

Η Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης (Ε.Ε.Ι.Τ.), σε συνεργασία με το   Μουσείο Μπενάκη, διοργανώνει το Ε΄ Συνέδριο Ιστορίας της Τέχνης με θέμα «Ζητήματα ιστορίας, μεθοδολογίας, ιστοριογραφίας». Το Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα από τις 15 έως τις 17 Ιανουαρίου 2016.

Στόχος του Συνεδρίου είναι αφενός να παρουσιαστούν πρωτότυπες ανακοινώσεις από όλες τις ερευνητικές περιοχές της ιστορίας της νεότερης τέχνης, αφετέρου να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε μεθοδολογικά και ιστοριογραφικά ζητήματα του επιστημονικού της πεδίου.

Ενδεικτικά, το Συνέδριο επιδιώκει να επικεντρωθεί σε θέματα όπως:

  • ερευνητικά ζητήματα και ερμηνευτικές προτάσεις της καλλιτεχνικής παραγωγής από την Αναγέννηση έως την εποχή μας
  • μεθοδολογικοί προσανατολισμοί, αναλυτικά εργαλεία (έννοιες, όροι), επιστημολογικές τομές της ιστορίας της τέχνης
  • ιστορίες της ιστορίας της τέχνης
  • ιστορία της τέχνης και εθνικές/διεθνικές αφηγήσεις
  • ιστορία της τέχνης και ιστορία των εκθέσεων, των συλλογών, της επιμέλειας εκθέσεων…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 329 επιπλέον λέξεις

Featured post

ΤΕΥΧΟΣ #3 ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2014

cover#3

Κυκλοφόρησε το τρίτο τεύχος του περιοδικού Ιστορία της τέχνης (Χειμώνας 2014-2015). Πρόκειται για το μοναδικό στη χώρα μας περιοδικό ακαδημαϊκού και ερευνητικού προσανατολισμού με εξειδίκευση στο πεδίο της ιστορίας και της θεωρίας της τέχνης από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας. Το περιοδικό, ένα πεδίο ανεξάρτητου επιστημονικού διαλόγου, απευθύνεται ταυτοχρόνως και στο συνεχώς αυξανόμενο κοινό των φιλότεχνων, στους φοιτητές, στους καλλιτέχνες, στους συλλέκτες, στους επαγγελματίες του χώρου (επιμελητές μουσείων, χώρων τέχνης, πολιτιστικών φορέων και ιδρυμάτων) και γενικότερα σε όλους εκείνους που επιθυμούν να προσεγγίσουν τα καλλιτεχνικά φαινόμενα με έναν έγκυρο και ουσιαστικό τρόπο αλλά και να ενημερωθούν κριτικά για τις νέες εκδόσεις, τις επιστημονικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, τις εκθέσεις και τα συνέδρια που πραγματοποιούνται εντός και εκτός Ελλάδας.

Στο τεύχος #3 (Δεκέμβριος 2014) το περιοδικό διευρύνει τον ορίζοντά του προς μια περιοχή που ανέκαθεν διατηρούσε με την ιστορία των εικαστικών τεχνών μια περίπλοκη σχέση: την ιστορία της αρχιτεκτονικής. Στο παρόν τεύχος περιλαμβάνεται λοιπόν η συναρπαστική ιστορία των CIAM, των Διεθνών Συνεδρίων Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, κατά την πρώτη –μεσοπολεμική– περίοδο της λειτουργίας τους. Το περιοδικό συμμετέχει επίσης –με κριτική διάθεση– στον εορτασμό του «Έτους Γκρέκο»– φιλοξενώντας ένα κείμενο του καθηγητή Fernando Marías, ενός από τους κορυφαίους μελετητές του έργου του Θεοτοκόπουλου (το κείμενο δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά). Ακολουθεί μια νέα προσέγγιση για τη σχέση αρχαιολογίας και ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, ένα κείμενο για τις ελληνικές συλλογές έργων τέχνης στις πρώτες δεκαετίες 20ού αιώνα, μία άγνωστη συνεργασία του Γιάννη Τσαρούχη με το περιοδικό Ερυθρός Σταυρός της Νεότητος, όπου περιλαμβάνεται ίσως το πιο πρώιμα (1927) δημοσιευμένο έργο του, η ελληνική μετάφραση μιας βιογραφίας, είναι η πρώτη, του Μιχαήλ Αγγέλου που έγραψε στα λατινικά ο Paolo Giovio, μια επιστολή (1470) του ζωγράφου Francesco del Cossa στον Δούκα Borso d’Este, τεκμήρια για τη σχέση του Λύσανδρου Καυταντζόγλου με την Ακαδημία του Αγίου Λουκά στη Ρώμη και, φυσικά, κριτική παρουσίαση σημαντικών εκθέσεων και βιβλιοκριτική καθώς και η παρουσίαση πρόσφατων επιστημονικών συνεδρίων. Τέλος, πρέπει να τονισθεί η σημασία μιας πρωτότυπης καταγραφής που περιλαμβάνεται στο παρόν τεύχος: δημοσιεύεται εδώ ο κατάλογος των διδακτορικών διατριβών περί νεότερης τέχνης που υποστηρίχτηκαν σε ελληνικά ΑΕΙ μεταξύ των ετών 1973 και 2013· χαρτογραφείται έτσι για πρώτη φορά αυτό το ειδικό πεδίο όπως προκύπτει από την ακαδημαϊκή έρευνα τα τελευταία 40 χρόνια.

Τη διεύθυνση του περιοδικού έχει ο Νίκος Δασκαλοθανάσης, καθηγητής ιστορίας της τέχνης στην ΑΣΚΤ, ενώ τη συντακτική ομάδα απαρτίζουν ο Παναγιώτης Ιωάννου, επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, η Τιτίνα Κορνέζου, επίκουρη καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και η Άννυ Μάλαμα, επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης.

Το περιοδικό κυκλοφορεί κάθε χειμώνα και καλοκαίρι από τις εκδόσεις futura και βρίσκεται στα κεντρικά βιβλιοπωλεία όλης της χώρας.

Featured post

[*Editorial #3]

cover#3

EDITORIAL #3

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

To 2014 ανακηρύχτηκε «έτος Γκρέκο» και ως τέτοιο χαιρετίστηκε σε όλη την Ευρώπη (αλλά και στις ΗΠΑ ακόμη και στην Ιαπωνία). Ειδικά όμως στην Ισπανία –όπου η επέτειος επικυρώθηκε μέσω ειδικής νομοθετικής ρύθμισης (39/2010, πρόσθετη πράξη αρ. 54)– παρατηρήθηκε μάλλον ο μεγαλύτερος ενθουσιασμός: η έκθεση του Τολέδο, η σημαντικότερη για τον ζωγράφο που έχει ποτέ πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της διοργάνωσης, συγκέντρωσε πάνω από 1.000.000 επισκέπτες. Κι όμως, πρόκειται για τον επετειακό εορτασμό ενός θανάτου. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον δυτικό πολιτισμό; Υπογραμμίζεται έτσι η ανάγκη να μην απολεσθεί η μνήμη μέσω της υπενθύμισης μιας απώλειας; Επιβεβαιώνεται άραγε η τάση της ιστορίας της τέχνης να αντιλαμβάνεται ακριβώς την ίδια την ιστορία μέσω της δοξαστικής αναφοράς όχι σε συλλογικά αλλά σε ατομικά επιτεύγματα; Ή μήπως ανιχνεύεται εδώ –έστω και αποφατικά, μέσω της αναγωγής σε μια απουσία– η αγωνιώδης αναζήτηση μιας (ενιαίας;) ευρωπαϊκής ταυτότητας;

Φοβάμαι πως τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει. Πρόκειται, νομίζω, μάλλον για μια ανάγκη να ενταχθούν στο πεδίο της ανταλλαγής και η μνήμη και η ιστορία και η ταυτότητα. Φοβάμαι ότι ο λόγος για τον οποίο τα τελευταία χρόνια επινοούνται διάφορες «επέτειοι» που να αιτιολογούν την «κατασκευή» ενός «έτους» –ας πούμε στην Ελλάδα το «έτος Καβάφη», το «έτος Παλαμά», γιατί όμως όχι το «έτος Παρθένη» ή το «έτος Γύζη» αποτελεί επίσης θέμα συζήτησης– φοβάμαι λοιπόν ότι όλα αυτά συνδέονται λιγότερο με ένα πραγματικό ενδιαφέρον για την ανάδειξη ενός έργου (θα γνωρίζουμε άραγε καλύτερα τη ζωγραφική του Θεοτοκόπουλου όταν παρέλθει το «έτος» του και ενώ ήδη στον ορίζοντα θα αναδύεται με αστραπιαία ταχύτητα ο εορτασμός ενός άλλου «έτους»;) και περισσότερο με ό,τι έχει αποκληθεί «πολιτιστική βιομηχανία». Κι εδώ οι επιλογές είμαι μάλλον βέβαιο ότι πραγματοποιούνται με μη πολιτιστικά κριτήρια. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι έστω και υπό αυτές τις προϋποθέσεις δεν μας δίνεται η ευκαιρία να στοχαστούμε σήμερα –χωρίς να εγκαταλείπουμε τις παραπάνω σκέψεις– πάνω στο ποιος ακριβώς υπήρξε ο ρόλος του Γκρέκο στο περιβάλλον της τριπλής παράδοσης που τον εξέθρεψε: Κρήτη, Ιταλία, Ισπανία. Όχι μόνο τότε αλλά και τώρα. Η διεκδίκηση ενός Έλληνα, ενός Ιταλού, ενός Ισπανού Γκρέκο αποτελεί κοινό τόπο στην «τριεθνή» –αν και άνισης σημασίας– σχετική βιβλιογραφία. Με αυτό το ζήτημα καταπιάνεται το κείμενο του καθηγητή Fernando Marías που δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο ανά χείρας τεύχος. Ο Fernando Marías εξετάζει κριτικά την ισπανόφωνη κυρίως ιστοριογραφία και, μέσα από νέα τεκμήρια, αποκαθιστά την εικόνα του Γκρέκο στον 21ο αιώνα.

Στο παρόν τεύχος, το περιοδικό διευρύνει επίσης τον ορίζοντά του προς μια περιοχή που ανέκαθεν διατηρούσε με την ιστορία των εικαστικών τεχνών μια περίπλοκη σχέση: την ιστορία της αρχιτεκτονικής. Είμαστε από εκείνους που πιστεύουν πως η ιστορία της αρχιτεκτονικής αποτελεί πεδίο της ιστορίας της τέχνης. Κατανοώ βεβαίως ότι εδώ ανοίγει πιθανώς μια μεγάλη συζήτηση κυρίως ως προς το ποιος είναι ο πλέον κατάλληλος να ασκήσει αυτή την επιστήμη: ο ιστορικός ή ο αρχιτέκτονας; Ή, για να το θέσω διαφορετικά, είναι ή όχι απαραίτητο ο ιστορικός να είναι και αρχιτέκτονας; Ο καθηγητής Σωκράτης Γεωργιάδης, συγγραφέας του περί αρχιτεκτονικής κειμένου που δημοσιεύεται εδώ, κατέχει και τις δυο ιδιότητες· αφηγείται λοιπόν τη συναρπαστική ιστορία των CIAM (Congrès Ιnternationaux d’Architecture Moderne), κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας τους, μια ιστορία sui generis που περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, το περίφημο ταξίδι Μασσαλία-Αθήνα (1933) πάνω στο πλοίο Πατρίς ΙΙ, όταν «η πρωτοπορία της αρχιτεκτονικής βρέθηκε αναγκασμένη να διαπραγματευτεί τα ζητήματα της σύγχρονης πόλης μέσα στη θάλασσα». H Ελεονώρα Βρατσκίδου συνεχίζει, με το δεύτερο και τελευταίο μέρος του κειμένου της (το πρώτο μέρος δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού), την αφήγηση της γέννησης της ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα μέσα από την εξέταση του έργου του Στυλιανού Κωνσταντινίδη, διδάσκοντος στο Σχολείο των Τεχνών, τη σημερινή ΑΣΚΤ, από το 1879 έως το 1896. Κατόπιν, η Αφροδίτη Κούρια παρέχει μια σειρά από σημαντικές πληροφορίες που αφορούν έναν τομέα που στην ουσία παραμένει ανεξερεύνητος στη χώρα μας: τις ιδιωτικές συλλογές έργων τέχνης. Εδώ, πεδίο της παραδειγματικής ανάλυσης είναι ορισμένες συλλογές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.

Στο ανά χείρας τεύχος περιλαμβάνονται επίσης τεκμήρια που αφορούν τη σχέση του Λύσανδρου Καυταντζόγλου με την Accademia di San Luca της Ρώμης –δημοσιεύεται μια ελάχιστα γνωστή προσωπογραφία του αρχιτέκτονα από τον Νικηφόρο Λύτρα–, εντοπίζεται ένα από τα πρώτα δημοσιευμένα σχέδια του Γιάννη Τσαρούχη, μεταφράζεται ο πρώτος δημοσιευμένος Βίος του Μιχαήλ Αγγέλου τον οποίο συνέταξε στα λατινικά ο ιταλός ουμανιστής Paolo Giovio και δημοσιεύεται η μετάφραση μιας επιστολής που ο ζωγράφος Francesco del Cossa απεύθυνε το 1470 στον Δούκα Borso d’Este.

To βιβλίο του Παναγιώτη Ιωάννου για τον ελληνικής καταγωγής ζωγράφο Belisario Corenzio, η ελληνική έκδοση της μελέτης του David Batchelor υπό τον τίτλο Χρωμοφοβία και η δημοσιευμένη εκδοχή της διατριβής του Γιάννη Κονταράτου για τη θεωρία και τη ζωγραφική του William Blake, παρουσιάζονται στη συνέχεια. Το πεδίο της ιστορικής τεχνοκριτικής σε αυτό το τεύχος καλύπτεται με έξι κείμενα που αφορούν τις εκθέσεις A Thousand Doors (στη Γεννάδειο), Crisis? What Crisis και No Respect (στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών αλλά και σε δημόσιους χώρους), Εν απουσία θέματος. Φωτογραφίες του Michael Somoroff & του August Sander (στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς), O Δ. Θεοτοκόπουλος μεταξύ Βενετίας και Ρώμης (στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης), Masculin/Masculin (στο παρισινό Orsay) και Veronese (στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου). Παρουσιάζονται επίσης τα συνέδρια El Greco. The Cretan Years και Η ιστοριογραφία της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα στον 20ό και 21ο αιώνα, που πραγματοποιήθηκαν στο Ηράκλειο και την Αθήνα αντιστοίχως, καθώς και η επιστημονική συνάντηση με τίτλο Ιστορία της τέχνης: η συγκρότηση του επιστημονικού πεδίου στην Ευρώπη και οι εξελίξεις στην Ελλάδα (18ος-19ος αιώνας), που πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο. Τέλος, πρέπει να τονισθεί η σημασία μιας πρωτότυπης καταγραφής που περιλαμβάνεται στο παρόν τεύχος: δημοσιεύεται εδώ ο κατάλογος των διδακτορικών διατριβών περί νεότερης τέχνης που υποστηρίχτηκαν σε ελληνικά ΑΕΙ μεταξύ των ετών 1973 και 2013· χαρτογραφείται έτσι για πρώτη φορά αυτό το ειδικό πεδίο όπως προκύπτει από την ακαδημαϊκή έρευνα τα τελευταία 40 χρόνια.

Νίκος Δασκαλοθανάσης

Featured post

[*ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #3]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #3

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

CORPUS

Σωκράτης Γεωργιάδης, καθηγητής, Staatliche Akademie der Bildenden Künste, Στουτγάρδη
«Η μοντέρνα αρχιτεκτονική ως κοινωνική πρακτική – CIAM 1-4»

Ελεονώρα Βρατσκίδου, μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τechnische Universität Berlin 
«Αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα: η διδασκαλία του Γρηγόριου Παπαδόπουλου και του Στυλιανού Κωνσταντινίδη στο Σχολείο των Τεχνών» (II)

Αφροδίτη Κούρια, διδάκτωρ, ΕΚΠΑ
«Συλλέκτες και νεοελληνική τέχνη στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα»

ΞΕΝΙΑ
[Εδώ φιλοξενούνται κείμενα ιστορικών τέχνης που δραστηριοποιούνται εκτός Ελλάδας και έχουν κατά κανόνα γραφτεί σε ξένη γλώσσα. Τα κείμενα αυτά είτε είναι γραμμένα ειδικά για το περιοδικό είτε έχουν δημοσιευθεί την τελευταία πενταετία και αποτελούν ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα τους. Τα κείμενα επιλέγονται και μεταφράζονται με ευθύνη της Σύνταξης.]

Fernando Marías, καθηγητής, Universidad Autónoma de Madrid – Real Academia de la Historia
«Ανασκευάζοντας έναν μύθο σε Κρήτη και Τολέδο: έγγραφα και γραπτά του Γκρέκο»

Μετάφραση από τα ισπανικά: Άννα Αδρασκέλα, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

ΠΗΓΕΣ / ΤΕΚΜΗΡΙΑ
[Σε αυτό το τμήμα του περιοδικού δημοσιεύονται γραπτά τεκμήρια, εκδομένα ή ανέκδοτα, που υπέχουν θέση πρωτότυπης πηγής για την ιστορία της τέχνης. Εδώ θα περιλαμβάνεται λοιπόν ενδεικτικά «από τη μια, ένα παλαιότερο σώμα κειμένων περί τέχνης όπως τεχνικές οδηγίες για καλλιτέχνες, εγχειρίδια και οδηγούς για ειδήμονες, βιογραφίες καλλιτεχνών και κείμενα θεωρίας της τέχνης πριν από τη συγκρότηση μιας επιστημονικής ιστορίας της τέχνης [Kunstwissenschaft] και, από την άλλη, νεότερα περί τέχνης γραπτά, στο μέτρο που δεν διεκδικούν επιστημονικο-ακαδημαϊκό καθεστώς» [1] .
Τα δημοσιευμένα τεκμήρια –όταν είναι ξενόγλωσσα– παρουσιάζονται σε ελληνική απόδοση ενώ τα αδημοσίευτα μεταγράφονται ή/και μεταφράζονται. Η δημοσίευση ή/και η μετάφραση των τεκμηρίων πραγματοποιείται με την ευθύνη της Σύνταξης, συνοδεύεται από σύντομη εισαγωγή και, όταν κρίνεται απαραίτητο, από πραγματολογικές παρατηρήσεις.
Ο στόχος της δημοσίευσης των πηγών και των τεκμηρίων είναι διττός: από τη μια συλλέγεται ένα σώμα κειμένων χρήσιμων για την έρευνα ή τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης και από την άλλη δίνεται ένα έναυσμα για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος γύρω από ζητήματα που τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν έχουν επαρκώς συζητηθεί.]

1. E. H. Gombrich, “Kunstliteratur” στο Atlantisbuch der Kunst: eine Enzyklopädie der bildendenKünste, Ζυρίχη, Atlantis Verlag, 1952, σσ. 665-679, αγγλ. μτφρ. Max Marmor, “The literature of art”, Art Documentation, 11, (1), Άνοιξη 1992, σσ. 3-8, το παράθεμα σ.3.

Ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου και η Accademia di San Luca της Ρώμης
Επίμετρο: Γεράσιμος Πιτζαμάνος, Λεωνίδας Δρόσης.
Επιμέλεια-μετάφραση: Παναγιώτης Ιωάννου

Μία άγνωστη συνεργασία του Γιάννη Τσαρούχη με το περιοδικό Ερυθρός Σταυρός της Νεότητος (1927)
Κώστας Γ. Τσικνάκης, ειδικός λειτουργικός επιστήμονας, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Paolo Giovio Βίος του Μιχαήλ Αγγέλου
Μετάφραση από τα λατινικά: Κωνσταντίνος Λερούνης, μεταπτυχιακός φοιτητής ιστορίας του πολιτισμού της Αναγέννησης, Warburg Institute, University of London

Επιστολή του ζωγράφου Francesco del Cossa στον Δούκα Borso d’Este (1470)
Μετάφραση από τα ιταλικά: Βασιλική Δανιήλ, μεταπτυχιακό δίπλωμα ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

ΒΙΒΛΙΑ

Νίκος Δασκαλοθανάσης
Παναγιώτης Κ. Ιωάννου, Belisario Corenzio. Η ζωή και το έργο του

Μίλτος Φραγκόπουλος, διδάσκων, Κολλέγιο Βακαλό / University of Derby
David Batchelor, Χρωμοφοβία

Κωνσταντίνος Στεφανής, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, The London Consortium
Γιάννης Κονταράτος Η θεωρία του William Blake για την τέχνη και η σημασία του εικαστικού του έργου για την κατανόησή της

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Αλεξάνδρα Κοροξενίδη, ΒΑ ιστορίας της τέχνης, Columbia University
A THOUSAND DOORS
Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή
4 Μαΐου – 30 Ιουνίου 2014

Ορέστης Πάγκαλος, υποψήφιος διδάκτωρ, ΑΠΘ
I. CRISIS? WHAT CRISIS?
31 Ιανουαρίου – 12 Ιουλίου 2014
II. NO RESPECT
Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, 11 Απριλίου – 13 Ιουλίου 2014

Κώστας Ιωαννίδης, επίκουρος καθηγητής, ΑΣΚΤ
Εν απουσία θέματος. Φωτογραφίες του Michael Somoroff και του August Sander
Μουσείο Μπενάκη (Κτίριο οδού Πειραιώς)
13 Φεβρουαρίου – 6 Μαρτίου 2014

Τιτίνα Κορνέζου
O Δ. Θεοτοκόπουλος μεταξύ Βενετίας και Ρώμης
Ηράκλειο, Ιστορικό Μουσείο Κρήτης
21 Ιουνίου – 25 Oκτωβρίου 2014

Κάτια Παπανδρεοπούλου, διδάκτωρ, Université Paris I Panthéon-Sorbonne
Masculin/Masculin. L’homme nu dans l’art de 1800 à nos jours
Musée d’Orsay, Παρίσι
24 Σεπτεμβρίου 2013 – 12 Ιανουαρίου 2014

Εύα Παπούλια, υποψήφια διδάκτωρ, The Courtauld Institute of Art
Veronese: Magnificence in Renaissance Venice
Τhe National Gallery, Λονδίνο
19 Μαρτίου – 15 Ιουνίου 2014

ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Τιτίνα Κορνέζου
EL GRECO. THE CRETAN YEARS
Ηράκλειο, 21 – 23 Ιουνίου 2014

Μαριάννα Χαριτωνίδου, υποψήφια διδάκτωρ, ΕΜΠ
Η ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ 20ό ΚΑΙ 21ο ΑΙΩΝΑ: ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ ΜΕΤΑΞΥ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ
Αθήνα, 22 – 24 Μαΐου 2014

Άννυ Μάλαμα
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ: Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (18ος-19ος ΑΙΩΝΑΣ)
Ρέθυμνο, 3 – 4 Οκτωβρίου 2014

ARCHIVUM

Γιάννης Γαλανόπουλος, υποψήφιος διδάκτωρ, ΑΣΚΤ
Ειρήνη Ματαλλιωτάκη, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Κατάλογος διδακτορικών διατριβών περί νεότερης τέχνης στα ελληνικά ΑΕΙ: 1973-2013

© κειμένων: εκδόσεις futura / οι συγγραφείς

Με εξαίρεση τη χρήση αποσπασμάτων υπό την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς της πηγής, δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση/αναπαραγωγή οποιουδήποτε τμήματος του περιοδικού χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.

Featured post

[*Corpus; abstracts #3]

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ #3

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Corpus

Σωκράτης Γεωργιάδης

Mοντέρνα αρχιτεκτονική ως κοινωνική πρακτική – CIAM I-IV

Η διατύπωση των αρχών της φονξιοναλιστικής αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας ήταν το αντικείμενο των τεσσάρων πρώτων συνεδρίων (1928-1933) των Congrès Internationaux d’Architecture Moderne (CIAM). «Το συνειδητό πάγωμα του αισθητικού στοιχείου» και ο προσανατολισμός της αρχιτεκτονικής στη βάση των αιτημάτων στο χώρο των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων και τάξεων αποσπούσε τους αρχιτεκτονικούς προβληματισμούς από την περιοχή του λόγου περί Καλών Τεχνών και τους μετατόπιζε στην περιοχή της κοινωνιολογίας. Το δίλημμα μεταξύ τεχνοκρατικών – ρεφορμιστικών στρατηγικών αφ’ ενός και μιας συστημικού τύπου κριτικής στον τρόπο παραγωγής του δομημένου χώρου εν μέσω ενός στο έπαρκο φορτισμένου ιδεολογικοπολιτικού περιβάλλοντος αφ’ ετέρου αποτέλεσαν τον πυρήνα των συζητήσεων, αντιπαραθέσεων, προγραμμάτων και διακηρύξεων των συνεδρίων.

Ο Σωκράτης Γεωργιάδης είναι Καθηγητής Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων της Κρατικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Στουτγάρδης. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ιστορία και τη θεωρία της αρχιτεκτονικής του 19ου και του 20ού αιώνα καθώς και στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής των αρχαϊκών χρόνων. Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες για το έργο του Ελβετού ιστορικού τέχνης Sigfried Giedion και για το θεωρητικό έργο του γερμανού αρχιτέκτονα Gottfried Semper. Αυτή την περίοδο ασχολείται με την έκδοση από το αρχείο του Institut für Geschichte und Theorie der Architektur/Eidgenössische Technnische Hochschule Zürich ενός ημιτελούς έργου του Sigfried Giedion για την ιστορία του πολιτισμού του 19ου αιώνα. [sokratis.georgiadis@abk.stuttgart.de]

Ελεονώρα Βρατσκίδου

Αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα: η διδασκαλία του Γρηγόριου Παπαδόπουλου και του Στυλιανού Κωνσταντινίδη στο Σχολείο των Τεχνών (II)*

Η διμερής αυτή μελέτη διερευνά τις θεσμικές απαρχές της ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, εξετάζοντας τη διδασκαλία του Σχολείου των Τεχνών. Το δεύτερό της μέρος επικεντρώνεται στην περίπτωση του φιλόλογου Στυλιανού Κωνσταντινίδη (1838-1899), καθηγητή της ιστορίας της τέχνης και της αισθητικής την περίοδο 1879-1896. Oι επιλογές του Κωνσταντινίδη ανανεώνουν ριζικά τον ιστορικό και θεωρητικό λόγο που παράγεται εντός του κυρίαρχου καλλιτεχνικού θεσμού της χώρας. Η διδασκαλία του εγκαταλείπει την αρχαιολογική προσέγγιση που είχε εδραιωθεί από τον προκάτοχό του Γρηγόριο Παπαδόπουλο (βλ. το πρώτο μέρος της μελέτης στο Ιστορία της τέχνης, 1, Χειμώνας 2013, σσ. 10-45) και εισάγει το μοντέλο της παγκόσμιας ιστορίας της τέχνης, πριμοδοτώντας τη φορμαλιστική ανάλυση και την κωδικοποίηση των ιδιαίτερων εκφραστικών δυνατοτήτων της αρχιτεκτονικής, γλυπτικής και ζωγραφικής μορφής. Ο Κωνσταντινίδης προσανατολίζεται επίσης προς μια «επιστημονική» αισθητική που αξιοποιεί τις πρόσφατες ανακαλύψεις της φυσιολογίας και της πειραματικής ψυχολογίας για την μελέτη της αισθητικής εμπειρίας. Στόχος είναι να τεθούν στη διάθεση των μαθητευόμενων καλλιτεχνών οι «θετικοί» νόμοι της ανθρώπινης όρασης και αντίληψης, η χρήση των οποίων μπορεί να μεγιστοποιήσει την συγκινησιακή επίδραση του έργου στο θεατή. Τα διδακτικά εγχειρίδια του καθηγητή αντλούν κυρίως από το έργο των σύγχρονών του Γάλλων θεωρητικών Charles Blanc (1813-1882) και Eugène Véron (1825-1889) και προωθούν ιδέες και αξίες, όπως η υποκειμενικότητα και η καλλιτεχνική πρωτοτυπία, που θέτουν σε αμφισβήτηση τις κανονιστικές αρχές του κλασικισμού.

Η Ελεονώρα Βρατσκίδου είναι διδάκτωρ της École des Hautes Études en Sciences Sociales (E.H.E.S.S.), Παρίσι. Ως υπότροφος του Ιδρύματος Alexander von Humboldt (2014-2016), εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στο Τechnische Universität του Bερολίνου, με θέμα τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης στις ακαδημίες καλών τεχνών κατά τον 19ο αιώνα. [evratskidou@gmail.com]

* Για τo πρώτο μέρος του κειμένου της Ελεονώρας Βρατσκίδου με τίτλο «Αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα το 19ο αιώνα: η διδασκαλία του Γρηγόριου Παπαδόπουλου και του Στυλιανού Κωνσταντινίδη στο Σχολείο των Τεχνών (I)» βλ. Ιστορία της τέχνης, 1, Χειμώνας 2013, σσ. 10-45.

Αφροδίτη Κούρια

Συλλέκτες και νεοελληνική τέχνη στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα:

πρόσωπα, συμπεριφορές και πλαίσιο υποδοχής

Ιστορικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες στην Ελλάδα δεν ευνόησαν των ανάδυση συλλεκτών υψηλού προφίλ με ισχυρή παρουσία στην καλλιτεχνική ζωή. Ωστόσο, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα συλλέκτες υποστήριζαν τη νεοελληνική τέχνη και ορισμένους καλλιτέχνες, και ο συλλεκτισμός σε κάποιες περιπτώσεις ξεπέρασε τον ιδιωτικό χώρο και συνδέθηκε με το δημόσιο και πολιτιστικούς φορείς. Η πολυεπίπεδη πραγμάτευση αυτού του ελάχιστα μελετημένου θέματος, η θεώρηση συλλεκτών και συλλογών σε ποικίλα συμφραζόμενα, στοχεύει να αναδείξει τις πολλαπλές πτυχές του θέματος με τις ερευνητικές προκλήσεις που προσφέρουν στους ιστορικούς της νεοελληνικής τέχνης σε ό,τι αφορά την τεκμηρίωση, το ρόλο των τεχνοκριτών, την υποδοχή και πρόσληψη καλλιτεχνών, έργων και θεμάτων σε μια καθοριστική εποχή για τη διαμόρφωση του πρώιμου ελληνικού μοντερνισμού.

Η Αφροδίτη Κούρια είναι διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης (ΕΚΠΑ). Τα τρέχοντα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στους συλλέκτες και τις συλλογές νεοελληνικής τέχνης και επίσης στην εικονογραφία του αστικού χώρου στη νεοελληνική ζωγραφική του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. [akouria@otenet.gr]

Association for Art History // online talk free and open to all 👇

A Major Greek Artist Gets His First US Retrospective at Wrightwood 659 #YannisTsarouchis @hyperallergic

A broad survey of Yannis Tsarouchis’s intimate, contemplative oeuvre is on view at the Chicago art space through July 31.

[*the exhibition is curated by Androniki Gripari, Chair of the Yannis Tsarouchis Foundation in Athens, and Adam Szymczyk, former Artistic Director of Documenta 14 in Athens and Kassel (2013–2017). It is made possible by the Alphawood Foundation Chicago.]

👉 https://hyperallergic.com/645042/major-greek-artist-yannis-tsarouchis-first-us-retrospective-wrightwood-659/

Yannis Tsarouchis, «Youth Asleep by the Sea» (1965), watercolor on paper, 24 x 31.5 cm (all images © Yannis Tsarouchis Foundation)

 

Francis Bacon’s Frightening Beauty #books #goodreads #TheNewYorker #reposting

Bacon in his studio in 1962. He wanted his pictures to leave “a trail of the human presence and memory trace of past events as the snail leaves its slime.”Photograph by Irving Penn / © Condé Nast




Books
May 24, 2021 Issue
Francis Bacon’s Frightening Beauty
Obsessed with the body and its torments, the artist said that he wanted to strike the viewer’s “nervous system.”
By Joan Acocella
May 17, 2021
👇
https://www.newyorker.com/magazine/2021/05/24/francis-bacons-frightening-beauty?utm_source=twitter&utm_medium=social&utm_campaign=onsite-share&utm_brand=the-new-yorker&utm_social-type=earned






Beyond Abstract Expressionism: MoMA Rethinks the Art of the 1950s #exhibitionreview #NYT #reposting

Uche Okeke’s drawing “Design for Iron Work I” (1959) in the show “Degree Zero: Drawing at Midcentury” at the Museum of Modern Art.Credit…Uche Okeke and Skoto Gallery; Museum of Modern Art

CRITIC’S PICK

Beyond Abstract Expressionism: MoMA Rethinks the Art of the 1950s

A selection of 79 drawings from the collection recasts the most celebrated decade in American art as less American.

By Roberta Smith 👉 https://www.nytimes.com/2021/05/07/arts/design/moma-1950s-drawings-review.html

ISSUE 1 OF THE NEW JOURNAL ART EAST CENTRAL IS NOW OUT! 🤓 @CRAACE1918_39

We are proud to launch Art East Central as a journal that will act as a forum for scholarly articles and discussion on the art, architecture and design of East Central Europe since 1800. It will be the only such journal in English, and its aim is to disseminate knowledge and stimulate debate about the art and culture of a large geographical region that, for many, remains terra incognita.

Art East Central is an English-language, open access, peer-reviewed journal that will also include book and exhibition reviews, reports and occasional discussion forums.  The international editorial board and a rigorous, double-blind peer review process ensure the high quality and originality of the published texts.

The first issue is now available at arteastcentral.eu. It includes articles on Károly Kós, Lajos Kozma, and Neo-Baroque design in interwar Hungary; the visual intermodernism of Karel Čapek’s Letters from England; the idea of the garden city and its migration to the Czech lands; Lajos Vajda and the Russian idea of universalism; as well as reviews of books on art history writing in Greece; the Department of Art History at Charles University in Prague; women and the Wiener Werkstätte; and abstraction in Hungary.

Art East Central welcomes articles and reviews to be considered for future issues at journal@arteastcentral.eu.  We are particularly interested in contributions that adopt a transnational approach, examining practices, ideas and traditions that cross the political, linguistic, ethnic, and cultural boundaries of the region. Interdisciplinary approaches, as well as reflection on the particular challenges this region raises for relevant academic practices, are also encouraged. Submissions from graduate students are welcome.

[ You can follow Art East Central on Twitter:  ‎@CRAACE1918_39 or Like the page on Facebook: https://www.facebook.com/CRAACE.1918.1939/ ]

Christmas at Midcentury, When Aluminum Trees Replaced Victorian Evergreens #books @hyperallergic

Paul Rand’s illustration for El Producto Cigars, “Santa’s favorite cigar” (1953-54), offset lithograph on paper (courtesy Cooper Hewitt, Smithsonian Design Museum/Art Resource, New York, photo by Matt Flynn)

A new book by Sarah Archer explores the influence of the Space Race and Cold War on America’s midcentury Christmas celebrations.

Book review by Allison Meier 👉 https://hyperallergic.com/346592/midcentury-christmas/?utm_content=buffer0d1f4&utm_medium=social&utm_source=twitter&utm_campaign=buffer

Tracey Emin / Edvard Munch | Exhibition | Royal Academy of Arts

Daniel Cordier et l’art : l’héritage immense d’un autodidacte 🎧🎥 #franceculture

26/11/2020 (MIS À JOUR À 06:50)

Par Anne Lamotte

C’est cette après-midi qu’un hommage national est rendu dans la cour des Invalides à Daniel Cordier, Compagnon de la Libération, ancien secrétaire de Jean Moulin qui l’initie à l’art. Après la guerre, il devient un formidable collectionneur, directeur de galerie et mécène.

Daniel Cordier, au premier plan, et Jean Dubuffet à l'inauguration de la galerie de Francfort le 9 décembre 1958
Daniel Cordier, au premier plan, et Jean Dubuffet à l’inauguration de la galerie de Francfort le 9 décembre 1958• Crédits : Richard Koll – Maxppp

Quand Daniel Cordier rencontre Jean Moulin à Lyon en 1942, il a 22 ans et n’a jamais mis les pieds dans un musée. De son côté, le préfet est un passionné. Il dessine, collectionne, choisit notamment “marchand d’art” comme couverture, ouvre même une galerie à Nice. L’art devient alors un sujet de conversation récurrent entre les deux hommes. Par goût et à la terrasse d’un café ou dans un wagon de métro cela évite les soupçons. Le préfet offre Histoire de l’art contemporain de Christian Zervos à son jeune secrétaire et lui répète, c’est promis, qu’un jour ils iront ensemble visiter le Prado, d’après lui l’un des plus beaux musées du monde. 

C’est seul que Daniel Cordier finit par admirer à Madrid, stupéfait, les chefs-d’œuvre de Goya, Bosch ou Dürer. «La plus grande rencontre de ma vie» dira-t-il. 

Alors en 1946, après avoir démissionné de la DGER, la Direction Générale des Études et Recherches – le service du Renseignement français – et qu’une nouvelle vie s’offre à lui, c’est vers l’art qu’il se tourne :

Un jour, j’ai acheté une boîte de peinture à l’huile et des petites toiles, j’ai commencé à faire de la peinture et ça m’a passionné (…) Sauf que mon dessin est nul, la couleur est à peu près identique, et que, malheureusement, bien que j’ai fait huit ans… huit ans de peinture, je suis incapable de faire de la peinture !»  (A Voix Nue, Jerôme Clément, 2013)

Mais il est capable de la collectionner. Pendant ces huit années d’apprentissage, Daniel Cordier, le curieux, le boulimique achète. Sa première acquisition, c’est une toile abstraite de Jean Dewasne. Suivent notamment quinze toiles du jeune Nicolas de Staël d’un coup !  Huit ans à l’issue desquels il n’a plus un sou mais il ne se résout pas à vendre. 

«Il a pris des risques artistiques considérables»

Il préfère ouvrir sa propre galerie en 1956 à Paris, rue de Duras, dans le 8e arrondissement. Il déménage vite rue de Miromesnil, pas très loin de là. Un nouvel endroit qu’il inaugure avec un certain Jean Dubuffet, un ami, concepteur de l’Art Brut. L’exposition, intitulée «Célébration du Sol», présente des toiles du genre de celle que l’on peut voir aujourd’hui à la galerie parisienne Jeanne Bucher Jaeger*. L’oeuvre date de 58. Son titre : “Topographie, pierres sur le chemin”. Une surface brune où viennent se coller des petites formes plus ou moins rondes. On dirait la surface de la lune. “Il y a une espèce de vitalité et d’extraordinaire vitalité dans cette oeuvre” commente Emmanuel Jaeger, le directeur de la galerie, admiratif, “personne ne regarde ce travail à l’époque, il faut le savoir, personne !”. 

Façade de la galerie de Daniel Cordier au 8 rue de Miromesnil dans le 8ème arrondissement, photo issue du site du musée des Abattoirs de Toulouse  de Paris
Façade de la galerie de Daniel Cordier au 8 rue de Miromesnil dans le 8ème arrondissement, photo issue du site du musée des Abattoirs de Toulouse de Paris • Crédits : Inconnu

Personne sauf Daniel Cordier qui se passionne aussi pour les toiles folles de l’artiste yougoslave Dado, pour Bernard Réquichot l’écorché vif. Inconnus à l’époque. «Il a pris des risques artistiques considérables» insiste Emmanuel Jaeger, «mais c’était plus fort que lui, il fallait qu’il les montre, il fallait qu’il défende leurs oeuvres«. 

Comme il défendra celles d’Henri Michaux, Hans Bellmer ou Roberto Matta. Il compte une vingtaine d’artistes, émergents ou plus installés, sous contrat. Et ça marche : 

Il y avait beaucoup de monde, j’avais environ trois, quatre mille personnes par mois pour voir les expositions, ce qui était énorme à l’époque. 

Très vite, Daniel Cordier ouvre une succursale à Francfort puis à New-York. Et ce n’est pas pour rien si en 1959 c’est sa galerie qu’André Breton et Marcel Duchamp choisissent pour EROS, l’Exposition inteRnatiOnale du Surréalisme, dernière expo du groupe, où les Parisiens ont la chance de découvrir les Américains Robert Rauschenberg et Jasper Johns. 

Vernissage de l'Exposition InteRnatiOnal du Surréalisme, EROS, à la galerie Daniel Cordier, 1959, photo issue du site du musée des Abattoirs de Toulouse
Vernissage de l’Exposition InteRnatiOnal du Surréalisme, EROS, à la galerie Daniel Cordier, 1959, photo issue du site du musée des Abattoirs de Toulouse • Crédits : Inconnu

Mais en 1964, nouvelle surprise, nouvelle rupture.

«Pour prendre congé…»

En effet, après «huit ans d’agitation«, Daniel Cordier, l’imprévisible, baisse le rideau. Il adresse une lettre restée fameuse, «Pour prendre congé»,à ses 6 000 contacts dans le milieu. Il y déplore la crise financière, le marché de l’art frappé par une spéculation de plus en plus forte, le goût «sans danger» des collectionneurs français et puis ce n’est plus à Paris que cela se passe, prédit-il, mais à New York : 

Je suis resté un an sans vendre un dessin ! Qu’est-ce que vous auriez fait ? Ça me coûtait 30 millions par an de frais ! (…) ma banque était prête à faire crédit mais j’allais où ? (…) Il y avait de plus en plus de monde dans la galerie, mais qu’est ce que vous voulez faire… Finalement, j’ai décidé de tout garder, des milliers d’œuvres, d’arrêter, et je n’ai jamais regretté ! «

Carton d'invitation de l'exposition "huit ans d'agitation" à la galerie Daniel Cordier, 1964, issu du site du musée des Abattoirs de Toulouse
Carton d’invitation de l’exposition «huit ans d’agitation» à la galerie Daniel Cordier, 1964, issu du site du musée des Abattoirs de Toulouse• Crédits : Inconnu

Il continue néanmoins d’acheter «maladivement» et choisi de léguer en masse. Celui qui à 22 ans n’y connaissait rien est à l’origine d’une des plus grandes donations d’œuvres d’art à l’Etat français. 

Plus de 1300 oeuvres en donation : «vertigineux «

Nous sommes en 1973. Daniel Cordier a 53 ans, des oeuvres partout chez lui et fait partie de la commission d’acquisition du Musée National d’Art Moderne. Alors l’idée germe : pourquoi pas une donation? Et le voilà qui entame une vie de mécène. «Cet homme était absolument extraordinaire, c’était un bienfaiteur. Pas seulement un donateur mais aussi ce qu’on peut appeler un philanthrope» s’émeut Bernard Blistène, le directeur du Musée National d’Art Moderne au Centre Pompidou, impressionné par le nombre d’oeuvres que Daniel Cordier donne tout au long de sa vie à l’institution, mille trois cent cinquante six, «proprement vertigineux» , et par leur qualité : Arman, Viala, Tàpies ou Brassaï… Et s’il y a des «trous», qu’à cela ne tienne, il les comble !

«Il lui est même arrivé d’aller acquérir des oeuvres – je songe à une très grande sculpture – magnifique d’ailleurs de César de la série des Championnes – en disant «il faut cette pièce, elle est essentielle et vous ne l’avez pas !»

Daniel Cordier commente à Jack Lang, alors ministre de la Culture, l'un des 300 tableaux dont il vient de faire donation au Musée National d'Art Moderne au Centre Pompidou, le 21 novembre 1989
Daniel Cordier commente à Jack Lang, alors ministre de la Culture, l’un des 300 tableaux dont il vient de faire donation au Musée National d’Art Moderne au Centre Pompidou, le 21 novembre 1989 • Crédits : Jean-Loup Gautreau – AFP

Daniel Cordier guidé par l’amour de l’art et aussi par un certain sens du devoir d’après Bernard Blistène : 

«C’est aussi quelqu’un qui, sa vie durant, a eu une certaine conscience de l’État. La conscience de l’État, il l’a certainement eu aux côtés du préfet résistant Jean Moulin et il l’a eu sans doute plus tard encore quand il s’est dit qu’il ne pouvait pas garder à l’abri du regard des autres toutes ses œuvres qu’il avait accumulées.

Toutes ses toiles donc, et tous ses objets aussi. Car Daniel Cordier, un peu à la manière des surréalistes, amasse des trouvailles venues de toutes les époques, tous les continents. Hache préhistorique, masque d’abattage, vertèbre de baleines, pic d’espadon, fétiche, totems ou faux cols de chemise… Une collection en forme de cabinet de curiosité dont la grande majorité des oeuvres est mis en dépôt aux Abattoirs, musée-Frac Occitanie Toulouse, qui renouvelle sans cesse son accrochage au gré d’expositions à thème. 

Daniel Cordier et Alain Mousseigne alors directeur du musée des Abattoirs à l'occasion de l'exposition "Les Désordres du Plaisir", Toulouse, 2009
Daniel Cordier et Alain Mousseigne alors directeur du musée des Abattoirs à l’occasion de l’exposition «Les Désordres du Plaisir», Toulouse, 2009• Crédits : Jean-Claude Planchet

«C’est très très large» s’enthousiasme Annabelle Ténèze, la directrice de l’établissement, «et je vous avoue que tourner les prospectus pour regarder les objets, c’est une surprise permanente ! «.  Le cahier des charges légué par Daniel Cordier ? : «soyez libre et soyez libre comme je l’ai été. Un sacré cahier des charges !». 

À RÉÉCOUTER

À VOIX NUE Les vies de Daniel Cordier (4/5) : «Le courage je ne sais pas ce que c’est, je vis. Je suis qui je suis.»

* qui présente actuellement les oeuvres de Mark Tobey, autre artiste présent dans la collection Daniel Cordier  

Anne Lamotte

[source: https://www.franceculture.fr/peinture/daniel-cordier-et-lart-lheritage-immense-dun-autodidacte ]

We Love Vermeer – from the series #RijksmuseumUnlocked 🎥

#JohannesVermeer, #GoogleArtProject

Can you believe Johannes Vermeer was virtually unknown until the mid-19th century? Today he is one of the most renowned artists in the world. Pieter Roelofs, Head of Paintings and Sculpture @rijksmuseum, tells us why

👉 https://www.rijksmuseum.nl/en/stories/rijkmuseum-unlocked/story/we-love-vermeer