Tag Archives: #contemporaryart

ΤΕΥΧΟΣ #8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2019 [ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019]

ITT08-EXOF_F

Κυκλοφόρησε το όγδοο τεύχος του περιοδικού Ιστορία της τέχνης (καλοκαίρι 2019). Πρόκειται για το μοναδικό στη χώρα μας περιοδικό ακαδημαϊκού και ερευνητικού προσανατολισμού με εξειδίκευση στην ιστορία και τη θεωρία της τέχνης από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας. Το περιοδικό, ένα πεδίο ανεξάρτητου επιστημονικού διαλόγου, απευθύνεται ταυτοχρόνως και στο συνεχώς αυξανόμενο κοινό των φιλότεχνων, στους φοιτητές, στους καλλιτέχνες, στους συλλέκτες, στους επαγγελματίες του χώρου (επιμελητές μουσείων, χώρων τέχνης, πολιτιστικών φορέων και ιδρυμάτων) και γενικότερα σε όλους εκείνους που επιθυμούν να προσεγγίσουν τα καλλιτεχνικά φαινόμενα με έναν έγκυρο και ουσιαστικό τρόπο αλλά και να ενημερωθούν κριτικά για τις νέες εκδόσεις, τις επιστημονικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, τις εκθέσεις και τα συνέδρια που πραγματοποιούνται εντός και εκτός Ελλάδας.

Στο τεύχος #8 ολοκληρώνεται το θεματικό αφιέρωμα στην εικόνα ως έννοια της ιστορίας και της θεωρίας της τέχνης ‒που κάλυψε το corpus του τεύχους #7‒ με ένα κείμενο του ομότιμου καθηγητής ιστορίας της τέχνης του Universität Hamburg Martin Warnke και ένα του Γιάννη Χατζηνικολάου, διδάκτορα του Freie Universität Berlin. Εδώ συνοψίζονται και προσεγγίζονται κριτικά οι πιο πρόσφατες εξελίξεις του πεδίου ειδικά στον γερμανόφωνο χώρο που αφορούν ό,τι έχει αποκληθεί «πολιτική εικονολογία». Δημοσιεύεται επίσης ένα κείμενο της Ειρήνης Γερογιάννη, διδάσκουσας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, για την ιστορία της περφόρμανς στην Ελλάδα όπου πραγματοποιείται μια κριτική αποτίμηση της ιστορικής έκθεσης του Ζαππείου με τίτλο ««Περιβάλλον-Δράση. Τάσεις της ελληνικής τέχνης σήμερα» (1981). Παρουσιάζεται επίσης στο corpus και ένα εκτενές άρθρο του Σωτήρη Μπαχτσετζή, επίκουρου καθηγητή ιστορίας της τέχνης στο Deree ‒ The American College of Greece, που αφορά τη σύγχρονη τέχνη και, ειδικότερα, την υποδοχή εκ μέρους των αμερικανών εκπροσώπων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, των εννοιών του χώρου αλλά και του θεατή στη ζωγραφική του Piet Mondrian.

Στο παρόν τεύχος, σε συνέχεια των δημοσιεύσεων πηγών και τεκμηρίων που αφορούν τις πρώιμες βιογραφίες καλλιτεχνών, συνεχίζεται η παρουσίαση των εισαγωγικών κειμένων των Βίων του Giorgio Vasari (που ξεκίνησε στο τεύχος # 5 του περιοδικού) με την «Εισαγωγή στις τρεις τέχνες του σχεδίου: γλυπτική, (1550, 1568)». Για πρώτη φορά παρουσιάζεται επίσης μεταφρασμένη μια διάλεξη (1910) του Rudolf Steiner για τον πίνακα της ΕΠΜΑΣ Ιδού ο νυμφίος έρχεται του Νικόλαου Γύζη που είχε εντυπωσιάσει τον γερμανόφωνο θεοσοφιστή. Πιο κοντά μας, μεταφράζεται το κείμενο (1958) του «ιδρυτή» των χάπενινγκ Allan Kaprow το οποίο εκθειάζει, παραδόξως, την «κληρονομιά» του Jackson Pollock, δηλαδή το έργο του πιο εμβληματικού εκπροσώπου της μεταπολεμικής αμερικανικής ζωγραφικής που το χάπενινγκ επιχειρεί να ξεπεράσει. Μεταφράζεται επίσης το κείμενο το οποίο ο Λέων Τρότσκι, ο μόνος από την ιστορική γενιά των μπολσεβίκων που διατήρησε ένα έντονο ενδιαφέρον για την τέχνη, δημοσίευσε λίγο πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1938) στο αμερικανικό περιοδικό Partisan Review. Στο ίδιο τεύχος περιλαμβάνονται επίσης όλα τα στοιχεία που αφορούν τη συμμετοχή της Ελλάδας στη Μπιενάλε της Βενετίας από το 1934 έως το 2019. Φυσικά, η κριτική αποτίμηση σημαντικών εκθέσεων (μεταξύ άλλων της αναδρομικής του Γιάννη Μόραλη, στην Αθήνα και του Γιάννη Σπυρόπουλου στην Πάτρα) και η βιβλιοκριτική, αποτελούν ένα από τα πλέον σημαντικά τμήματα του περιοδικού [επισημαίνουμε μόνο την ελληνική έκδοση της ιστορικής περί τοπιογραφίας μονογραφίας του Kenneth Clark (1949) και του εικαστικού μυθιστορήματος Πόλη, του Frans Masereel, (1925), με 100 ξυλογραφίες].

Τη διεύθυνση του περιοδικού έχει ο Νίκος Δασκαλοθανάσης, καθηγητής ιστορίας της τέχνης στην ΑΣΚΤ ενώ Συνεργάτες Σύνταξης είναι ο Παναγιώτης Ιωάννου, αναπληρωτής καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και η Άννυ Μάλαμα, επιμελήτρια του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού.

Advertisements

[*EDITORIAL #8]

ITT08-EXOF_F

Εικόνα εξωφύλλου:

EDITORIAL #8

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

Εάν επιθυμούσε κανείς να συγκρατήσει κάτι από την «περί τεχνών» ελληνική επικαιρότητα του 2019 αυτό θα ήταν δίχως άλλο το ναυάγιο του διαγωνισμού για την επιλογή νέου διευθυντή του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ). Μεταξύ επιχειρημάτων που κυμαίνονται από την απουσία τυπικών προσόντων έως την επίκληση της ανάγκης παρέλευσης χρόνου προκειμένου να αφομοιωθεί στη χώρα μας η «κουλτούρα των προκηρύξεων», απορρίφθηκαν από την ορισμένη από το Υπουργείο Πολιτισμού (και αθλητισμού) πενταμελή επιτροπή εν μέσω θυελλωδών διαμαρτυριών και οι 16 υποψήφιοι (και μια δέκατη έβδομη ομαδική υποψηφιότητα) ενώ σχεδιάστηκε νέος, διεθνής αυτή τη φορά, διαγωνισμός καθώς προφανώς θεωρήθηκε ότι εκτός Ελλάδας η κατοχή Lower είναι τρέχουσα και η πίστη στο αδιάβλητο των θεσμικών επιλογών κατοχυρωμένη. Πιθανόν. Το βέβαιο ωστόσο είναι ότι οι περιπέτειες του πολύπαθου ΕΜΣΤ, απηχούν κυρίως ενδοθεσμικές αντιπαραθέσεις, εντελώς χαρακτηριστικές της διαδικασίας εκσυγχρονισμού των περιφερειακών χωρών στο περιβάλλον της παγκοσμοιοποιημένης οικονομίας.

Ωστόσο, οι ένθεν και ένθεν θέσεις που διατυπώθηκαν, είναι εξίσου ενδεικτικές και μιας άλλης παραμέτρου: της απουσίας συστηματικής συζήτησης στη χώρα μας για το τι ακριβώς είναι η σύγχρονη τέχνη. Αρκεί απλώς να κοιτάξει κανείς την ονομασία του εν λόγω Μουσείου που αυτοχαρακτηρίζεται «Εθνικό». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η θεωρία η οποία έχει το έθνος ως σημείο αναφοράς δεν συνδέεται με τη σύγχρονη αλλά με τη μοντέρνα τέχνη που γεννήθηκε εξάλλου ‒ακόμη και ως «διεθνιστική»‒ εντός του ορίζοντα του έθνους-κράτους. Αντιθέτως, η κυρίαρχη θεωρία για τη σύγχρονη τέχνη επιχειρεί συνειδητά να την αποσυνδέσει από την έννοια του έθνους και να τη διαχειριστεί με όρους «παγκοσμιοποίησης». Γι’ αυτό ακριβώς ενώ συναντάμε πολλές «Εθνικές Πινακοθήκες» (που συχνά λειτουργούν και ως μουσεία μοντέρνας τέχνης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη National Gallery of Art της Ουάσιγκτον αλλά, βεβαίως, και την Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας) μα και, ευθέως, «Εθνικές Πινακοθήκες Μοντέρνας Τέχνης» (για παράδειγμα η Galleria Nazionale d’Arte Moderna της Ρώμης ή η Scottish National Gallery of Modern Art του Εδιμβούργου) σπανίζουν τα αφιερωμένα στη σύγχρονη τέχνη ιδρύματα όπου στον τίτλο τους γίνεται αναφορά στην έννοια του έθνους. Τα μόνα παραδείγματα που γνωρίζω είναι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της νότιας Κορέας, με έδρα τη Σεούλ, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Ρουμανίας, στο Βουκουρέστι και, φυσικά, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Αθήνας. Και τούτο δεν είναι βεβαίως τυχαίο.

Η Ελλάδα, και πόσω μάλλον η Ρουμανία, είναι κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας που έχουν υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες (με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κατ’ επέκταση κόστος ‒ το γνωρίζουμε πλέον καλά) έναν βίαιο εκσυγχρονισμό μέρος του οποίου αποτελεί και η ίδρυση «σύγχρονων» πολιτιστικών θεσμών. Η νότια Κορέα, από την άλλη, τεκμηριώνει με εύγλωττο τρόπο το παράδειγμα μιας χώρας με εντελώς διαφορετική παράδοση που «δυτικοποιήθηκε» με εντατικότατο ρυθμό μετά τον οριστικό περιορισμό της –το 1953, έτος λήξης του «διεθνοποιημένου» εμφυλίου– νοτίως του 38ου παραλλήλου. Η σύνδεση λοιπόν σε αυτές τις χώρες, της σύγχρονης τέχνης με τον πολύσημο όρο «εθνικό» απηχεί παραδειγματικά όψεις μιας παραμόρφωσης που εδράζεται στην στρεβλή αφομοίωση του «πολιτιστικού» εκσυγχρονισμού. Ειδικά στην Ελλάδα (και προφανώς, ίσως και προφανέστερα, στη Ρουμανία) ο όρος «εθνικό» –ως τμήμα ονομασίας ενός μουσείου αφιερωμένου στη σύγχρονη τέχνη– αποτελεί ένδειξη σαφούς αναχρονισμού: όχι μόνο παραπέμπει σε μια «κοινότητα» (το έθνος) την ύπαρξη της οποίας ο ίδιος ο θεσμός –ακολουθώντας τη διεθνή σχετική μουσειακή πρακτική– μοιάζει πλέον να μην αναγνωρίζει αλλά υπονοεί επίσης την επίκληση της καταλυτικής παρουσίας της κρατικής αιγίδας. Το ίδιο ισχύει a fortiori για το έτερο, «αδελφό» μουσείο με έδρα τη Θεσσαλονίκη, που συνεχίζει να φέρει τον ακόμη αναχρονιστικότερο τίτλο «Κρατικό», Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΚΜΣΤ) και που έχει συγκροτηθεί με πυρήνα μια σημαντική συλλογή, τη συλλογή Κωστάκη η οποία ωστόσο, παρεμπιπτόντως, αφορά με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη μοντέρνα και όχι τη σύγχρονη τέχνη. Ίσως οφείλεται σε άγνοια αλλά δεν έχω υπόψη μου άλλο ίδρυμα σύγχρονης τέχνης στον κόσμο με παρόμοια ονομασία η επιλογή της οποίας θα μπορούσε πιθανώς να συσχετιστεί με την γειτνίαση της βόρειας Ελλάδας με τις βαλκανικές χώρες του αλήστου μνήμης «κρατικολάγνου» υπαρκτού σοσιαλισμού. Στην όψιμη συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος οφείλεται πιθανώς και η πρόσφατη μετονομασία του ΚΜΣΤ σε ΜΟΜus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη (ωστόσο στην ιστοσελίδα του και στην ηλεκτρονική του διεύθυνση συνεχίζει θριαμβευτικά και αμετανόητα να εμφανίζεται ως Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης). Οι περιπέτειες των μουσείων σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα δείχνουν λοιπόν με διαυγή τρόπο το πώς οι πραγματικές περιστάσεις διαπλέκουν τις αναχρονιστικές με τις εκσυγχρονιστικές προθέσεις καταλήγοντας, μοιραία, σε αδιέξοδο.

Ας έρθουμε τώρα στο ανά χείρας τεύχος. Με δύο ακόμη κείμενα που δεν παρουσιάζονται σε ξεχωριστό corpus αλλά διασπείρονται σε διαφορετικά τμήματα της ύλης του περιοδικού, ολοκληρώνεται το αφιέρωμα που ξεκίνησε στο προηγούμενο τεύχος (#7, 2018) και είχε ως θέμα την ιστορία της τέχνης και τη θεωρία της εικόνας: το πρώτο κείμενο (1992) είναι προγραμματικό και μας εισάγει στην πολιτική εικονογραφία έτσι όπως στην μεταπολεμική ‒και στην «μετά την πτώση του τείχους»‒ Γερμανία, συνεχίζει (αλλά και ανανεώνει) την παράδοση του Aby Warburg. Tο δεύτερο κείμενο παραθέτει καταρχάς τα συμφραζόμενα της συγκρότησης της πολιτικής εικονογραφίας (το πρώτο μέρος του μπορεί λοιπόν να αναγνωσθεί και ως εισαγωγικό του προγραμματικού κειμένου που μόλις προηγήθηκε) και κατόπιν, στο κύριο μέρος του, παρουσιάζει μια πρωτότυπη «εφαρμογή» της μεθόδου. Ανεξαρτήτως των διαφορών που παρουσιάζει το σύνολο των κειμένων του αφιερώματος, η κοινή τους έμφαση στην ιστορική ανάλυση των εικόνων τα συναρτά αναπόδραστα με την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης.

Στη συνέχεια, θα ήθελα να επισημάνω την έκδοση τριών βιβλίων που εμφανίστηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα και αφορούν έμμεσα ή άμεσα την ιστορία της τέχνης. Ας αρχίσουμε από αυτά που την αφορούν έμμεσα. Πρόκειται, κατά πρώτον, για το βιβλίο του Jean-Marc Mandosio, Μισέλ Φουκώ, η μακροημέρευση μιας απάτης / Φουκώφιλοι και φουκωλάτρες, μτφρ. Γιώργος Παπαδόπουλος ‒ Νίκος Ν. Μάλλιαρης, Αθήνα, εκδόσεις Μάγμα (πολιτικό δοκίμιο 3), 2019. Τα δυο κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο δημοσιεύθηκαν, το πρώτο το 2007 και το δεύτερο το 2009. Η καθολική αποδοχή που απολαμβάνει ο Foucault (στα ελληνικά έχουν εκδοθεί και συνεχίζουν να εκδίδονται τα σημαντικότερα έργα του, με πιο πρόσφατο τον τέταρτο τόμο της Θεωρίας της σεξουαλικότητας ο οποίος τυπώθηκε στα γαλλικά post mortem μόλις το 2018 ‒ ελλ. υπότιτλος Οι ομολογίες της σάρκας, μτφρ. Θανάσης Λάγιος, Αθήνα, Πλέθρον, 2019) κάνει πάντοτε ενδιαφέρουσα την κριτική αποτίμηση της συνεισφοράς του φιλοσόφου υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η αποτίμηση είναι και νηφάλια και τεκμηριωμένη. Χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες, θα έλεγα εντελώς πρόχειρα ότι ο Jean-Marc Mandosio αποτυγχάνει στο πρώτο αλλά επιτυγχάνει στο δεύτερο. Η απουσία νηφαλιότητας ίσως μπορεί να ερμηνευθεί και με βάση τις δυσκολίες που ο συγγραφέας συνάντησε, όπως εξηγεί στο ειδικά για την ελληνική έκδοση συνταγμένο επίμετρο, κατά την προσπάθειά του να δημοσιεύσει το «εικονοκλαστικό» του κείμενο. Η τεκμηριωμένη του προσέγγιση τώρα, προέρχεται αναμφίβολα από την εκπαίδευσή του στη μεσαιωνική και τη νεότερη ιστορία (μπορεί κανείς να παρακολουθήσει διαδικτυακά την ενδιαφέρουσα ομιλία του στο Collège de France, το «άντρο» του Foucault, για την ταυτότητα του Ωραπόλλωνα, του σκοτεινού συγγραφέα των Ιερογλυφικών και την υποδοχή του έργου του από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα, https://www.college-de-france.fr/site/jean-luc-fournet/symposium-2018-06-14-12h00.htm). Σε δυο μόνο σημεία θα σταθώ. Η κατάταξη του Foucault από τον Mandosio σε μια παράδοση στοχαστών που εξυμνούν το έγκλημα (σσ. 118-119) αποτελεί ένα μείγμα μικρόνοιας και συντηρητισμού που αδικεί και τον κρινόμενο αλλά και τον κριτή. Από την άλλη, η κατάδειξη του πολιτικού οπορτουνισμού του Foucault καθώς και η επισήμανση του σαθρού ιστορικού εδάφους επί του οποίου στηρίζει κάποτε τα επιχειρήματά του, οφείλουν να προβληματίσουν τους «φουκωλάτρες», για τα φληναφήματα των οποίων, ειρήσθω εν παρόδω, ίσως είναι λάθος να καταδικάζεται ο ίδιος ο φιλόσοφος (σε ό,τι αφορά την ελληνική έκδοση ας επισημανθεί εδώ η ρέουσα γλώσσα της μετάφρασης και η υποδειγματική τεκμηρίωση των υποσημειώσεων που συμπληρώνονται με τη διεξοδική παράθεση των κειμένων τού, και για τον, Foucault τα οποία συναντώνται στην ελληνική γλώσσα). Ίσως έχει ενδιαφέρον, και σταματώ εδώ, το βιβλίο του Mandosio να διαβαστεί σε συνδυασμό με μια παλαιότερη εμπεριστατωμένη ‒και εκτενέστερη‒ μονογραφία του βραζιλιάνου συγγραφέα José Guilherme Merquior, Foucault, μτφρ. Δημήτρης Μέλλος, Αθήνα, εκδόσεις Πατάκη (στοχαστές του 20ού αιώνα), 2000, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1985. Πρόκειται για ένα βιβλίο που διαθέτει όλες τις αρετές και κανένα από τα ελαττώματα του πονήματος του Mandosio ‒ ας υπογραμμισθεί ωστόσο το γεγονός ότι ο Merquior, που ασκεί εμπεριστατωμένη κριτική στον Foucault, το κάνει ως υπερασπιστής του Διαφωτισμού από την πλευρά της αστικής φιλελεύθερης σκέψης (ο συγγραφέας υπήρξε σύμβουλος του συντηρητικού προέδρου της Βραζιλίας Fernando Collor de Mello στις αρχές της δεκαετίας του 1990, καταδικασμένου πλέον για διαφθορά, ο οποίος επικράτησε του αντιπάλου του, του πάλαι ποτέ σοσιαλιστή, Lula da Silva, που εκτίει επίσης σήμερα ποινή για τον ίδιο λόγο).

Αλλά γιατί ενδιαφέρει ο Foucault (και η κριτική του έργου του) την ιστορία της τέχνης; Στο μέτρο που ο Foucault συγκροτεί μια συνολική θεωρία για τις ανθρωπιστικές επιστήμες (για να ασκήσει κριτική στο ίδιο τους το αντικείμενο, δηλαδή στον άνθρωπο) το ενδιαφέρον αυτό είναι αυτονόητο. Ωστόσο, μπορεί άραγε ο Foucault να θεωρηθεί και ιστορικός τέχνης; Αυτό έχει ισχυριστεί η Catherine M. Soussloff στο κείμενό της με τίτλο “Michel Foucault and the Point of Painting”, Art History, 32, (4), Σεπτ. 2009, σσ. 734-754 (εκτεταμένη εκδοχή: Foucault on Painting, Μινεάπολις, University of Minnesota Press, 2017), με στόχο να εξηγήσει τι σημαίνει να εκλαμβάνει κανείς τον Foucault ως ιστορικό τέχνης. Επιχειρώντας να στηρίξει το «φάσμα» ενός Foucault ειδικευμένου μάλιστα στην ευρωπαϊκή ζωγραφική, η συγγραφέας πραγματοποιεί μια δαιδαλώδη διαδρομή που περιλαμβάνει τους Jean-Paul Sartre, Maurice Merleau-Ponty, Masaccio, Alberti, Valéry, Stendhal, Jean Hippolyte, T. J. Clark, Paul Lefort, Émile Mâle, Henri Focillon ‒ και η «ονοματολογία» μπορεί να συνεχιστεί ad nauseam. Εδώ θα πω μόνο τούτο: διαβάζοντας κανείς παρόμοια κείμενα σκέφτεται ότι μάλλον ορθά η Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης επέλεξε ως θέμα του έκτου συνεδρίου της που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2019, την «κρίση» και την αλλαγή «παραδείγματος» στην ιστορία της τέχνης.

Οι σκέψεις αυτές μας οδηγούν σε ένα δεύτερο βιβλίο. Πρόκειται για την πάντοτε πολύτιμη μελέτη του Μιχαήλ Λίφσιτς, Η φιλοσοφία της τέχνης του Καρλ Μαρξ, μτφρ. (από την αγγλ. έκδ. του 1976) Μαντώ Γιαννίκου, επίμετρο-επιμέλεια Γιάννης Ιόλαος Μανιάτης, Αθήνα, εκδόσεις Τόπος (Ars Cogitans), 2018 (το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ρωσικά το 1933). Από όσο γνωρίζω, έως τώρα δεν έχει ακόμη κυκλοφορήσει κάποιο βιβλίο που να εκλαμβάνει τον Μαρξ ως ιστορικό τέχνης. Εάν η αντίστοιχη απόπειρα για τον Foucault μπορεί να ερμηνευθεί με βάση το γεγονός ότι ο γάλλος στοχαστής δημοσίευσε τέσσερα, εκτενή, κείμενα για τέσσερις ζωγράφους (Velázquez, Manet, Magritte, Fromanger), κάτι παρόμοιο θα ήταν εκ των πραγμάτων δύσκολο για τον Μαρξ καθώς ο τελευταίος, επί της ουσίας, δεν έγραψε κάτι για τις εικαστικές τέχνες. Βεβαίως και η ανάδυση του Μαρξ ως «θεμελιωτή» μιας φιλοσοφίας της τέχνης που υπήρξε παράλληλη με την παγίωση ενός μονολιθικού προτύπου εξουσίας στην ΕΣΣΔ, θέτει σίγουρα μια σειρά από περίπλοκα ζητήματα. Γιατί εδώ, με αιχμή του δόρατος τον ρεαλισμό, συγκροτήθηκε στο όνομα του Μαρξ μια εξίσου μονολιθική περί τέχνης θεωρία, μια θεωρία την οποία ο Μαρξ είναι κάθε άλλο παρά βέβαιο ότι θα προσυπέγραφε (βλ. χαρακτηριστικά το κείμενο «Α. Α. Ζντάνοφ. Η Σοβιετική Λογοτεχνία είναι η πιο ιδεολογική, η πιο προοδευτική λογοτεχνία στον κόσμο. Λόγος εκφωνηθείς στο πρώτο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων, 17 Αυγούστου 1934», μτφρ. από τα ρωσικά: Άντα Διάλλα, Ιστορία της τέχνης, 7, καλοκαίρι 2018, σσ. 167-177, ένα κείμενο που έχει ενδιαφέρον να διαβαστεί παράλληλα με το κείμενο του Τρότσκι που δημοσιεύεται στο ανά χείρας τεύχος). Ο «αντιμοντερνιστής» Λίφσιτς (1905-1983), ο οποίος συνεργάστηκε στενά με τον Λούκατς κατά τη διάρκεια της παραμονής του δεύτερου στη Μόσχα στις αρχές της δεκαετίας 1930 και εξέδωσαν από κοινού τα πρώιμα φιλοσοφικά χειρόγραφα του Μαρξ αλλά και το περιοδικό Λογοτεχνική κριτική που είχε την έγκριση του ίδιου του Στάλιν, υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της θεωρίας. Η μεγάλη αξία του βιβλίου του Μιχαήλ Λίφσιτς ωστόσο έγκειται στο ότι με πληρότητα και σαφήνεια εντοπίζει και ερμηνεύει όσα ο Μαρξ στοχάστηκε γύρω από τη σχέση της τέχνης, ως στοιχείου του εποικοδομήματος, από τη μια, και των υλικών συνθηκών παραγωγής της, από την άλλη. Είναι αναμφίβολο ότι η μελέτη του Λίφσιτς αποτέλεσε τη βάση για μια ογκώδη σχετική μεταγενέστερη βιβλιογραφία που, χωρίς συχνά να τον μνημονεύει, απέχει παρασάγγας από τη διαύγεια του λόγου του. Κι ο λόγος αυτός είναι βέβαιο ότι μας αφορά καθώς, εκτός των άλλων, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η σκέψη του Μαρξ που ο Λίφσιτς ανασυγκροτεί (συχνά από σπαράγματα) γέννησε ένα ολόκληρο ιστοριογραφικό και μεθοδολογικό ρεύμα, τη λεγόμενη μαρξιστική ιστορία της τέχνης. Σε αυτό το πεδίο, το, δυστυχώς, μη μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του Νίκου Χατζηνικολάου, Histoire de l’art et lutte des classes, Παρίσι, F. Maspero, 1973, διεκδικεί, δικαίως, την άλω του κλασικού.

Το τρίτο βιβλίο, που αφορά πλέον εντελώς τα καθ’ ημάς, έχει ως τίτλο Art History in Greece. Selected Essays, επιμέλεια: Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Αθήνα, εκδόσεις Μέλισσα, 2018. Το βιβλίο συγκεντρώνει έξι δοκίμια που αφορούν τη συγκρότηση της ιστορίας της τέχνης και την κατάσταση της έρευνας στην Ελλάδα. Εκδόθηκε στην αγγλική γλώσσα (ορισμένα από τα κείμενα έχουν ήδη δημοσιευθεί προηγουμένως στα ελληνικά) καθώς έχει ως κύριο στόχο να αποτελέσει ένα πρώτο σημείο αναφοράς για ένα διεθνές κοινό που θα ήθελε να πληροφορηθεί για τις εξελίξεις του πεδίου της ιστορίας της τέχνης εντός των ελληνικών συνόρων. Δεν θα μπορούσε βεβαίως κανείς να ισχυριστεί ότι το βιβλίο απαντά ‒ή ότι έχει ως στόχο να απαντήσει‒ στο περίπλοκο ερώτημα που αφορά τη θέση της ιστορίας της τέχνης που παράγεται στην Ελλάδα, στον διεθνή χώρο. Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα ‒ή, έστω, η σκιαγράφηση μιας απάντησης‒ συνδέεται αναπόδραστα, για άλλη μια φορά, με τη σχέση κέντρου-περιφέρειας και απαιτεί ευρύτερες τοποθετήσεις. Ενδεικτικό εδώ είναι το γεγονός ότι για να δημοσιοποιηθεί διεθνώς η δραστηριότητα των ιστορικών τέχνης που ενεργοποιούνται στην Ελλάδα δεν μπόρεσε να παρακαμφθεί η «τυραννία» της αγγλικής γλώσσας ‒ παρότι το παρόν ανθολόγιο εκδόθηκε με αφορμή το Festival de l’Histoire de l’Art 2018 (με τιμώμενη τη χώρα μας) το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Fontainebleau (δηλαδή σε γαλλικό έδαφος με «βαριά» κληρονομία). Πάντως εντός ή εκτός Ελλάδας, η ιστοριογραφική έρευνα γύρω από την ιστορία της τέχνης αποτελεί ένα πεδίο αυτογνωσίας για την ίδια μας την επιστήμη (science) ‒ έστω κι εάν ο Foucault θα διαφωνούσε με τον τελευταίο όρο καθώς δεν εκλαμβάνει τις ανθρωπιστικές σπουδές ως επιστήμες. Το πρώτο μας συνέδριο έδειξε, ορθά, το δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση [βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος ‒ Νίκος Χατζηνικολάου (επιμ.), Η ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα (Πρακτικά Α´ Συνεδρίου ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 6-8 Οκτωβρίου 2000), Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2003]. Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο Art History in Greece. Selected Essays προσγράφεται στην άοκνη δραστηριότητα του παρόντος ΔΣ της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης (ΕΕΙΤ) που είχε την πρωτοβουλία της έκδοσης στο πλαίσιο των ενεργειών της για τη σύνδεση της ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα με ένα διεθνές περιβάλλον: η ΕΕΙΤ αποτελεί εκ νέου ένα από τα 40 μέλη της Comité International d’Histoire de l’Art (CIHA) ‒μια ιδιότητα που είχε ανασταλεί λόγω οικονομικής δυσπραγίας‒ και είναι πλέον affiliated society της College Art Association of America (CAA).

Τέλος, μια οφειλόμενη διόρθωση για το προηγούμενο τεύχος (#7). Στο κείμενο της Λίας Γυιόκα, «Σημειώσεις για την Bildwissenschaft» (σσ. 8-23), ο «δαίμων του τυπογραφείου» συνέπτυξε δύο σημειώσεις σε μία με το εξής (δυσάρεστο) αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά την αντιστοιχία εκθέτη και σημείωσης: έως τη σημείωση 28 δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Από τον εκθέτη 29 και εξής ωστόσο για να υπάρξει ορθή αντιστοίχηση μεταξύ εκθέτη και σημείωσης ο αναγνώστης θα πρέπει να κάνει το εξής: να μη λάβει καθόλου υπόψη τον εκθέτη 29 (να θεωρήσει δηλαδή ότι δεν παραπέμπει σε κάποια σημείωση) και στο εξής, αρχής γενομένης από τον εκθέτη 30, να παραπέμπεται στην σημείωση με τον αμέσως προηγούμενο αριθμό: δηλαδή ο εκθέτης 30 να παραπέμπει στη σημείωση 29, ο εκθέτης 31 στη σημείωση 30, ο 32 στην 31 κοκ. (και, τελικώς ο εκθέτης 53 στη σημείωση 52). Η Σύνταξη ζητά συγγνώμη από τη συγγραφέα και τους αναγνώστες: Qui sine peccato est vestrum, primus […] lapidem mittat!

Νίκος Δασκαλοθανάσης

Ένα Μουσείο – Μια Ιστορία 100 Χρόνων – Σύγχρονα Σχόλια #ΜΝΕΠ #invitation #exhibition

invitation_tzami#100

Στο πλαίσιο του εορτασμού των εκατό χρόνων από την ίδρυσή του, το Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού σε ένα εμβληματικό μνημείο, στο Τζαμί Τζισδαράκη, την πρώτη του στέγη πριν από εκατό χρόνια, παρουσιάζει την έκθεση:

                             Ένα Μουσείο – Μια Ιστορία 100 Χρόνων – Σύγχρονα Σχόλια

μια έκθεση δυναμικής διάδρασης σύγχρονων εικαστικών με τις συλλογές του Μουσείου.

Οι καλλιτέχνες προσκαλούνται να «σχολιάσουν» με τα έργα τους τον χώρο, τον χρόνο, την ιστορία, τη συλλεκτική και εκθεσιακή πολιτική του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού και το πολιτισμικό φορτίο των αντικειμένων των συλλογών του.

Ο Γιάννης Αδαμάκης, η Βάσια Α. Βανέζη, η Λυδία Βενιέρη, η Σοφία Βλαζάκη, η Μαρία Γρηγορίου, ο Στέλιος Καραμανώλης, η Ζωή Κεραμέα, η Αφροδίτη Λίτη, ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος, η Τούλα Πλουμή, ο Μάκης Φάρος και ο Τάκης Ζερδεβάς, και η Γιούλα Χατζηγεωργίου, εκκινώντας από ένα αντικείμενο-έκθεμα, προτείνουν τη δική τους ανάγνωση, το δικό τους εικαστικό σχόλιο, εστιάζοντας στην πολυκύμαντη –και αλληλένδετη με τη νεότερη ελληνική ιστορία και την κυρίαρχη εθνική, πολιτική ιδεολογία– συλλεκτική πολιτική του Μουσείου.

Στην έκθεση «παρεμβάλλονται» επίσης τα προερχόμενα από τις δεκαετίες του 1960 και 1970, προορισμένα για τον Εθνικό Οργανισμό Ελληνικής Χειροτεχνίας, σχέδια του Δημοσθένη Κοκκινίδη καθώς και τα φιλοτεχνημένα από κοινού με την σύντροφό του Πέπη Σβορώνου ζωγραφιστά φορέματα, «σχόλια» με τη σειρά τους στη διαχρονικότητα αυτού του διαλόγου μεταξύ παράδοσης και νεοτερικότητας, παράδοσης και σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής.

 

Επιμέλεια:

Έλενα Μελίδη, Αρχαιολόγος και Ιστορικός, Διευθύντρια του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού

Δρ Άννυ Μάλαμα, Ιστορικός της τέχνης, Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού

Λουΐζα Καραπιδάκη, Ιστορικός της τέχνης και Αρχαιολόγος

 

Εγκαίνια Έκθεσης: Σάββατο 8 Δεκεμβρίου, ώρα 12.00

Διάρκεια Έκθεσης: 8 Δεκεμβρίου 2018 – 28 Φεβρουαρίου 2019

Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

ΤΕΥΧΟΣ #7 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2018

ITT07-EXOF_F-LOW

Κυκλοφόρησε το έβδομο τεύχος του περιοδικού Ιστορία της τέχνης (καλοκαίρι 2018). Πρόκειται για το μοναδικό στη χώρα μας περιοδικό ακαδημαϊκού και ερευνητικού προσανατολισμού με εξειδίκευση στην ιστορία και τη θεωρία της τέχνης από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας. Το περιοδικό, ένα πεδίο ανεξάρτητου επιστημονικού διαλόγου, απευθύνεται ταυτοχρόνως και στο συνεχώς αυξανόμενο κοινό των φιλότεχνων, στους φοιτητές, στους καλλιτέχνες, στους συλλέκτες, στους επαγγελματίες του χώρου (επιμελητές μουσείων, χώρων τέχνης, πολιτιστικών φορέων και ιδρυμάτων) και γενικότερα σε όλους εκείνους που επιθυμούν να προσεγγίσουν τα καλλιτεχνικά φαινόμενα με έναν έγκυρο και ουσιαστικό τρόπο αλλά και να ενημερωθούν κριτικά για τις νέες εκδόσεις, τις επιστημονικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, τις εκθέσεις και τα συνέδρια που πραγματοποιούνται εντός και εκτός Ελλάδας.

Στο τεύχος #7 (Ιούλιος 2018) περιλαμβάνεται καταρχάς ένα θεματικό αφιέρωμα στην εικόνα ως έννοια της ιστορίας και της θεωρίας της τέχνης. Σε αυτό το πλαίσιο μεταφράζονται κείμενα του Hans Belting και του David Freedberg, που προσεγγίζουν ορισμένες από τις πλέον σημαίνουσες όψεις του ζητήματος της αντιμετώπισης της εικόνας από την πλευρά της θεωρίας, της ιστορίας και της μεθοδολογίας της ιστορίας της τέχνης. Δημοσιεύονται επίσης και πρωτότυπα ελληνόγλωσσα άρθρα τα οποία αφορούν από τη μια την ιστοριογραφία του θέματος και από την άλλη τη λειτουργία της εικόνας στη σύγχρονη τέχνη.

Στο παρόν τεύχος επίσης, σε συνέχεια των δημοσιεύσεων πηγών και τεκμηρίων που αφορούν τις πρώιμες βιογραφίες των σημαντικών καλλιτεχνών της δυτικής παράδοσης, παρουσιάζονται τα προοίμια στις τέχνες του σχεδίου από τις μνημειώδεις Vite (1550, 1568) του Giorgio Vasari, o Bίος του Caravaggio από τον Giovanni Baglione (1642) και από τον Giovan Pietro Bellori (1672) καθώς και ο Βίος των αδελφών Ian και Hubrecht van Eyck (1604), από το Βιβλίο των ζωγράφων του επονομαζόμενου «ολλανδού Βαζάρι», Karel van Mander.

Στο ίδιο τεύχος περιλαμβάνεται επίσης η Εισήγηση του Αντρέι Ζντάνoφ στο πρώτο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων (1934) η οποία αποτελεί το ιδρυτικό κείμενο του «αισθητικού» δόγματος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Φυσικά, η κριτική αποτίμηση σημαντικών εκθέσεων (μεταξύ άλλων ένα εκτενές κριτικό δοκίμιο για την πολυσυζητημένη documenta 14 που παρουσιάσθηκε στην Αθήνα και το Κάσελ) και η βιβλιοκριτική (μεταξύ άλλων οι πρόσφατες ελληνικές εκδόσεις του σημαντικότερου πονήματος του Maurice Merleau-Ponty Η φαινομενολογία της αντίληψης και του κλασικού έργου του Erwin Panofsky, Γοτθική αρχιτεκτονική και σχολαστικισμός καθώς και οι ιστορικές μεταφράσεις στα ελληνικά γραπτών των Λεονάρντο ντα Βίντσι ‒ Λεόν Μπαττίστα Αλμπέρτι ‒ Αντρέα Πότσο από τον Παναγιώτη Δοξαρά, σε επιμέλεια Παναγιώτη Ιωάννου) αποτελούν, σε ιδιαίτερη έκταση και αυτή τη φορά, ένα από τα πλέον σημαντικά τμήματα του περιοδικού.

Τη διεύθυνση του περιοδικού έχει ο Νίκος Δασκαλοθανάσης, καθηγητής ιστορίας της τέχνης στην ΑΣΚΤ ενώ Συνεργάτες Σύνταξης είναι ο Παναγιώτης Ιωάννου, αναπληρωτής καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και η Άννυ Μάλαμα, επιμελήτρια του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #7

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ #7

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

 

CORPUS *Ιστορία της τέχνης και θεωρία της εικόνας

 

Λία Γυιόκα, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας και θεωρίας της τέχνης, ΑΠΘ

«Σημειώσεις για την Bildwissenschaft»

Hans Belting, ομότιμος καθηγητής ιστορίας της τέχνης και θεωρίας των μέσων, Hochschule für Gestaltung Karlsruhe

«Προς μια ανθρωπολογία της εικόνας»

Μετάφραση: Μαριάννα Καράλη, υποψήφια διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

David Freedberg, καθηγητής ιστορίας της τέχνης και διευθυντής της Italian Academy for Advanced Studies in America, Columbia University

«Τέχνη και εικονομαχία, 1525-1580: η περίπτωση των Βορείων Κάτω Χωρών»

Μετάφραση: Γιάννης Καραδήμας, Άλκηστις Κοντοπούλου, Σοφία Χρυσαφοπούλου, μεταπτυχιακοί φοιτητές ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Ελπίδα Καραμπά, διδάσκουσα ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

«Το μουσείο ως πεδίο μάχης και άλλες ιστορίες για την εικόνα»

 

ΠΗΓΕΣ / ΤΕΚΜΗΡΙΑ [Σε αυτό το τμήμα του περιοδικού δημοσιεύονται γραπτά τεκμήρια, εκδομένα ή ανέκδοτα, που υπέχουν θέση πρωτότυπης πηγής για την ιστορία της τέχνης. Εδώ θα περιλαμβάνεται λοιπόν ενδεικτικά «από τη μια, ένα παλαιότερο σώμα κειμένων περί τέχνης όπως τεχνικές οδηγίες για καλλιτέχνες, εγχειρίδια και οδηγούς για ειδήμονες, βιογραφίες καλλιτεχνών και κείμενα θεωρίας της τέχνης πριν από τη συγκρότηση μιας επιστημονικής ιστορίας της τέχνης [Kunstwissenschaft] και, από την άλλη, νεότερα περί τέχνης γραπτά, στο μέτρο που δεν διεκδικούν επιστημονικο-ακαδημαϊκό καθεστώς» [1] . Τα δημοσιευμένα τεκμήρια –όταν είναι ξενόγλωσσα– παρουσιάζονται σε ελληνική απόδοση ενώ τα αδημοσίευτα μεταγράφονται ή/και μεταφράζονται. Η δημοσίευση ή/και η μετάφραση των τεκμηρίων πραγματοποιείται με την ευθύνη της Σύνταξης, συνοδεύεται από σύντομη εισαγωγή και, όταν κρίνεται απαραίτητο, από πραγματολογικές παρατηρήσεις. Ο στόχος της δημοσίευσης των πηγών και των τεκμηρίων είναι διττός: από τη μια συλλέγεται ένα σώμα κειμένων χρήσιμων για την έρευνα ή τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης και από την άλλη δίνεται ένα έναυσμα για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος γύρω από ζητήματα που τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν έχουν επαρκώς συζητηθεί.]

  1. E. H. Gombrich, “Kunstliteratur” στο Atlantisbuch der Kunst: eine Enzyklopädie der bildendenKünste, Ζυρίχη, Atlantis Verlag, 1952, σσ. 665-679, αγγλ. μτφρ. Max Marmor, “The literature of art”, Art Documentation, 11, (1), Άνοιξη 1992, σσ. 3-8, το παράθεμα σ. 3.

 

Giorgio Vasari Οι Βίοι του Giorgio Vasari. Εισαγωγή στις τρεις τέχνες του σχεδίου: αρχιτεκτονική (1550, 1568)

Μετάφραση: Παναγιώτης Ιωάννου

Giovanni Baglione O Bίος του Michelangelo da Caravaggio, ζωγράφου (1642)

Μετάφραση: Παναγιώτης Λαγός, υποψήφιος διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Giovan Pietro Bellori Ο Bίος του Michelangelo Merigi da Caravaggio, ζωγράφου (1672)

Μετάφραση: Ειρήνη Κάμπρα, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Karel van Mander Το Βιβλίο των ζωγράφων: αφιέρωση του συγγραφέα

O Βίος των αδελφών Ian και Hubrecht van Eyck, ζωγράφων από το Μαεσάικ (1604)

Μετάφραση από τα ολλανδικά: Μίνα Καρατζά, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

Αντρέι Ζντάνoφ Εισήγηση στο πρώτο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων (1934)

Μετάφραση από τα ρωσικά: Άντα Διάλλα, αναπληρώτρια καθηγήτρια ευρωπαϊκής ιστορίας, ΑΣΚΤ

Μεταγραφή-διορθώσεις: Ξένια Μαρλίτση, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ

 

 

ΒΙΒΛΙΑ

Σύλβια Σολακίδη, υποψήφια διδάκτωρ, Centre for Performance Philosophy, University of Surrey

Maurice MerleauPonty, Η φαινομενολογία της αντίληψης

Κωνσταντίνος Βασιλείου, διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Université Paris 1 Panthéon-Sorbonne

Erwin Panofsky, Γοτθική αρχιτεκτονική και σχολαστικισμός

Ευγενία Δρακοπούλου, διευθύντρια ερευνών βυζαντινής και νεώτερης αρχαιολογίας και τέχνης, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Λεονάρντο ντα Βίντσι ‒ Λεόν Μπαττίστα Αλμπέρτι ‒ Αντρέα Πότσο, Διά την Ζωγραφίαν: οι πρώτες μεταφράσεις κειμένων τέχνης από τον Παναγιώτη Δοξαρά

Άννυ Μάλαμα

Κώστας Τσιαμπάος, Αμφίθυμη νεωτερικότητα. 9 + 1 κείμενα για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική

Μαρία-Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου, υποψήφια διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Centre Georg Simmel, École des hautes études en sciences sociales

Χάρης Σαββόπουλος, Η τέχνη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο / 1940-1960

Νίκος Καζέρος

Ανδρέας Γιακουμακάτος (επιμ.), Ελληνική αρχιτεκτονική στον 20ό και 21ο αιώνα: ιστορία – θεωρία – κριτική

 

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Σωτήρης Μπαχτσετζής, επίκουρος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Deree ‒ The American College of Greece

documenta14: LEARNING FROM ATHENS

Αθήνα – Κάσελ

8 Απριλίου – 17 Σεπτεμβρίου 2017

 

Σπύρος Πετριτάκης, υποψήφιος διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Η πάλη των φύλων: από τον Franz von Stuck στη Frida Kahlo

[GESCHLECHTERKAMPF. FRANZ VON STUCK BIS FRIDA KAHLO]

Städel Museum, Φρανκφούρτη επί του Μάιν

24 Νοεμβρίου – 19 Μαρτίου 2017

 

Χριστόφορος Μαρίνος, υποψήφιος διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ: 1950-1974

Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων 

24 Ιανουαρίου – 12 Μαρτίου 2017

 

 

© κειμένων: εκδόσεις futura / οι συγγραφείς

Με εξαίρεση τη χρήση αποσπασμάτων υπό την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς της πηγής, δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση/αναπαραγωγή οποιουδήποτε τμήματος του περιοδικού χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.      

 

 

Ars Moriendi – πρόσκληση στην έκθεση & τις παράλληλες δράσεις

Σπίτι της Κύπρου

Πολιτιστική Κίνηση ex-artis

ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Ars Moriendi

Κατερίνα Ατταλίδου, Ευριπίδης Ζαντίδης Κυριάκος Καλλής, Μαριάννα Κωνσταντή Άγγελος Μακρίδης Αντώνης Νεοφύτου Γιάννος Οικονόμου, Αντρέας Σάββα Ρήνος Στεφανή, Ιωάννα Τυμπιώτου, Νίκος Χαραλαμπίδης, Γιούλα Χατζηγεωργίου, Umit Inatci, Ditte Lynkaer Pedersen, Susan Vargas

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

Καθ. Νίκη Λοϊζίδη

ΕΓΚΑΙΝΙΑ

Πέμπτη, 15 Δεκέμβρη 2016, ώρα 20:00

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Προβολή ταινίας Η Τέχνη του Θανάτου, ώρα 17:30

Κείμενα Νίκης Λοϊζίδη, Σκηνοθεσία Γιάννου Οικονόμου

Συζήτηση Στρογγυλής Τραπέζης, ώρα 19:00

Συμμετέχουν οι καθηγητές της ΑΣΚΤ: Γιώργος Ξηροπαΐδης, Παναγιώτης Πούλος, Νίκη Λοϊζίδη – συντονιστής: Νίκος Δασκαλοθανάσης

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ

16 Δεκεμβρίου 2016 – 27 Ιανουαρίου 2017

Με τη στήριξη των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου και τη χορηγία του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου

«Σπίτι της Κύπρου» – Μορφωτικό Γραφείο Κυπριακής Πρεσβείας, Ξενοφώντος 2Α, 105 57 Αθήνα

 

Strange Cities: Athens #sgt #ExhibitionReview

Παράξενες πόλεις: Αθήνα

20 Απριλίου – 28 Ιουνίου 2015

Διπλάρειος Σχολή (πλ. Θεάτρου 3)

1. H Διπλάρειος Σχολή από την οδό Θεάτρου

H Διπλάρειος Σχολή από την οδό Θεάτρου

 

Αν κάτι έχει ενδιαφέρον στις εκθέσεις που πλέον πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, είναι σαφώς η –σχεδόν αναπόφευκτη πια– πολυσήμαντη κριτική προσέγγιση που επιβάλλουν. Ίσως επειδή οι καιροί είναι ιδιαίτεροι, ίσως επειδή οι συνθήκες και οι υπάρχουσες δομές είναι ιδιότυπες.

Η έκθεση «Παράξενες πόλεις: Αθήνα» (“Strange Cities: Athens”)[1] διοργανώθηκε από τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση στη Διπλάρειο Σχολή[2].

Έχοντας ήδη γνωστοποιηθεί ότι η Αθήνα θα (συν)υπάρξει έδρα της Ντοκουμέντα του Κάσσελ (“Documenta 14: Learning From Athens”[3]) το 2017, είναι σαφές ότι η πόλη αυτή πλέον αποτελεί ένα καίριο γεωγραφικό και πολιτισμικό σημείο διεθνούς ενδιαφέροντος, στοιχείο που μόνο καλό μπορεί να θεωρηθεί.

Την ίδια αυτή περίοδο στη χώρα έχουν προκύψει πολύμορφα ζητήματα πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης σε πολιτιστικούς φορείς, ιδρύματα, μουσεία και οργανισμούς που σχετίζονται με τη σύγχρονη εικαστική σκηνή[4]· για το λόγο αυτό, εκθέσεις όπως οι «Παράξενες Πόλεις: Αθήνα», απαιτούν διττή προσέγγιση, προκειμένου κανείς να είναι δίκαιος και αντικειμενικός απέναντι σε έργα, καλλιτέχνες, αλλά και επιμελητές, συνεργάτες., διοργανωτές. Για το λόγο αυτό, η κριτική αυτής της έκθεσης δεν είναι μία, αλλά στην ουσία δύο: μία προσέγγιση αφορά στα έργα, στο στήσιμο, στη διαχείριση του πεδίου της έκθεσης καθαυτής, ενώ μια δεύτερη αφορά στη διαχείριση της έκθεσης, εντός των συνθηκών της πόλης στην οποία και αναφέρεται.

Η επιμελητική ομάδα Double Decker (Wilhelm Finger, Μελίτα Σκαμνάκη) με έδρα το Λονδίνο, με διεθνή και εδραιωμένη δραστηριοποίηση στο πεδίο των εφαρμοσμένων, κυρίως, τεχνών[5], αποφάσισε να ενεργοποιήσει ένα ενδιαφέρον σκεπτικό, αρχαιολογικής-ανθρωπολογικής βάσης και λογικής: χρησιμοποίησε ‘σπαράγματα’ πολιτισμού, τα οποία –με ποικίλους συνειρμούς– αφορούν στην πόλη της Αθήνας. Πιο συγκεκριμένα, ζητήθηκε από 25 καλλιτέχνες, που ζουν στο εξωτερικό και ποτέ δεν επισκέφθηκαν την Αθήνα, να δημιουργήσουν ένα έργο για αυτήν. Προκειμένου να έχουν αφορμές προσέγγισης της πόλης[6], τους δόθηκε ένα κουτί «ερεθισμάτων», χωρίς ωστόσο καμία εικόνα της Αθήνας. Ειδικότερα, περιείχε τα παρακάτω:

  1. Το ποίημα «Γιασεμί» του Γιώργου Σεφέρη
  2. Δύο κεφάλαια από το βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη Η Αθήνα της μίας διαδρομής
  3. Το τραγούδι «Μια πόλη μαγική» του Μάνου Χατζιδάκι
  4. Το μουσικό κομμάτι «2» του Κωνσταντίνου Βήτα από την ομώνυμη παράσταση
  5. Μια συνταγή για γεμιστά
  6. 12 αρχεία ήχων της πόλης της Αθήνας

Το υλικό βρισκόταν και στη διάθεση του επισκέπτη στην είσοδο της έκθεσης.

Η επιλογή αυτών των «σημείων» της πόλης, με μια πρώτη ανάγνωση, είναι επαρκώς ενδιαφέρουσα, αφενός μεν γιατί φανερώνει τις κατευθύνσεις που ενδιαφέρουν την επιμελητική ομάδα, αφετέρου δε γιατί επιχειρεί να αποτινάξει τις στερεοτυπικές συσχετίσεις με τη συγκεκριμένη πόλη: στέκεται μακριά από τις τυπικές αρχαιολαγνικές ταυτίσεις και ενεργοποιεί μια εκ νέου δυναμική αντιμετώπισης αυτού του εξ-αποστάσεως-εργαστηρίου «έμπνευσης». Επελέγησαν, λοιπόν, 25 και πλέον καλλιτέχνες, που δραστηριοποιούνται σε διάφορα πεδία των εφαρμοσμένων τεχνών και, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια των επιμελητών, έχουν «εμφανείς επιρροές από τη μόδα»[7]. Σε μια δεύτερη ματιά, είναι ευδιάκριτη (όσο, ενδεχομένως και εύλογη) μια αποσπασματικότητα και μια ελαφρότητα, που δεν περνούν απαρατήρητες, ειδικά αν κάποιος παρακολουθήσει και την πορεία και διάρθρωση της έκθεσης με τα έργα που προέκυψαν.

Πιο συγκεκριμένα, οι προσεγγίσεις των καλλιτεχνών –ερμηνείες/μεταφράσεις των ερεθισμάτων που οι επιμελητές πρότειναν– ανταποκρίνονται ιδιότυπα, εντέλει, στο σκεπτικό: στο σύνολό τους τα έργα στέκονται ως απολύτως ελεύθερες μεταφράσεις της ιδέας της Αθήνας, με εμφανές πάντα το ιδίωμα κάθε καλλιτέχνη, όπως π.χ. τα μαγικά κολάζ του Seb Jarnot, οι φωτογραφικές μεταλλάξεις της Amy Friend, τα εντυπωσιακά διαδραστικά έργα της ομάδας Amana, η μινιμαλιστική και τρυφερή φωτογραφική προσέγγιση της Angela Moore.

Συχνά, αυτές οι μεταφράσεις έχουν μια εύλογη ροπή στο να δομούνται πάνω σε στερεότυπα που οι καλλιτέχνες είχαν ήδη σχηματισμένα για την Αθήνα (ίσως για και την Ελλάδα, συνολικότερα), όπως π.χ. το ψηφιακό κολάζ των Craig Redman & Karl Maier, η ευφυής βιντεο-εγκατάσταση του Fernanda Rappa, οι μαγικές εικονογραφήσεις του Tom Radclyffe, ή το χαριτωμένο animation της Emma Löfström.

Προς το τέλος δε, της περιήγησης στην έκθεση, περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη τον επισκέπτη, η βιντεο-εγκατάσταση του φωτογράφου Χρήστου Σαρρή: έκπληξη, καθώς δεν αναφέρεται ή διευκρινίζεται με κάποιον τρόπο πουθενά η συμμετοχή του στην έκθεση και ευχάριστη, γιατί πρόκειται για μια ευφυή καταγραφή σκέψεων σχετικά με την Αθήνα, από Έλληνες άλλων περιοχών, που ποτέ δεν την έχουν επισκεφθεί.

Για τον επισκέπτη, ειδικότερα, υπήρχε στο τέλος της διαδρομής κι ένα αυτοσχέδιο στούντιο, προκειμένου να μπει και το κοινό στη διαδικασία να στήσει το δικό του φωτογραφικό σκηνικό, με αφορμή την πόλη της Αθήνας –πάντα με τη βοήθεια των εξυπηρετικότατων εποπτών της έκθεσης.

Το υλικό τεκμηρίωσης (ένα έντυπο χωρίς εκτενείς αναφορές στα έργα, όσο περισσότερο στο σύνολο της έκθεσης και στο πρόγραμμα δράσεων όλης της διοργάνωσης και διαθέσιμο ψηφιακά επίσης στην ιστοσελίδα της διοργάνωσης) ήταν περιορισμένο, ωστόσο για τον επισκέπτη ήταν πολύ βοηθητική η παρουσία κειμένων για κάθε έργο και βιογραφικών στοιχείων για κάθε καλλιτέχνη μέσα στον εκθεσιακό χώρο.

2. Στιγμιότυπο από τον εκθεσιακό χώρο με έργα του Adam Dix_αριστερά και του Kit Miles Studio_δεξιά

Άποψη του εκθεσιακού χώρου με έργα του Adam Dix (αριστερά) και του Kit Miles Studio (δεξιά)

3. Στιγμιότυπο από τον εκθεσιακό χώρο με έργα του Michael Mann

Άποψη του εκθεσιακού χώρου. Διακρίνονται έργα του Michael Mann

Στρέφοντας κανείς την προσοχή στο σύνολο της έκθεσης και στη δομή της, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει ότι η επιμέλεια έχει πολλές ιδιαιτερότητες, άλλοτε λογικές, άλλοτε, όμως, παράδοξες. Πιο συγκεκριμένα, είναι λογικό για έναν χώρο δύστροπο, σε κακή κατάσταση και με απομεινάρια προηγούμενων χρήσεων και εκθέσεων, να σχηματιστεί μια εκθεσιακή διαδρομή, η οποία λειτούργησε αποτελεσματικά: υπήρχαν πάγκοι για ξεκούραστα διαλείμματα, επαρκής και σαφής σήμανση, ευανάγνωστες λεζάντες τεκμηρίωσης των έργων (σε πολύ μεγάλες διαστάσεις). Αλλά και οι παραδοξότητες δεν έλειπαν: οι λευκές μεταλλικές κατασκευές που στήθηκαν, πάνω στις οποίες αναρτήθηκαν πολλά από τα έργα, ήταν εξαιρετικά μεγάλων διαστάσεων και, παρά την προσπάθεια που έγινε να συμπληρώνονται από τμήματα-διαδρόμους λευκού μουσαμά στο δάπεδο, η απόπειρα εντέλει δεν κατασκεύαζε έναν πιο φιλόξενο χώρο. Μπορεί να υπήρξαν πολλοί και ίσως δικαιολογημένοι οι λόγοι μια τέτοιας επιλογής, αλλά στο σύνολό τους δεν ανέδειξαν τα ίδια τα έργα. Σε άλλες περιπτώσεις, πίσω από ένα έργο υπήρχε π.χ. ένα παράθυρο, ένα καλοριφέρ ή ένας χάρτης της Ελλάδας. Παρότι κανείς αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που έχει το στήσιμο μιας έκθεσης σύγχρονης τέχνης σε έναν χώρο όπως αυτός, σαφώς και δινόταν η εντύπωση ότι το κτήριο εντέλει δεν είχε ληφθεί επαρκώς υπόψη ούτε από τους αρχιτέκτονες που ανέλαβαν το σχεδιασμό, ούτε από τους επιμελητές. Παρουσιάστηκαν έργα κατά τρόπο τέτοιο, ώστε συχνά να φωτίζονται και από το εξωτερικό φως της μέρας, από τα μεγάλα παράθυρα του κτηρίου και η ανά περιπτώσεις αντανάκλαση σε εμπόδιζε να δεις το έργο. Για μια σειρά κατασκευών και δομών, που σαφώς φαίνεται να προέκυψαν με αρκετή μελέτη και υψηλό προϋπολογισμό, οι προσδοκίες –εύλογα υψηλές– δεν ικανοποιούνταν.

Ως προς τις τακτικές και τις στρατηγικές της συγκεκριμένης έκθεσης, σαφώς και είναι πολύ σημαντική η πλαισίωσή της από πολλές και καλά προγραμματισμένες δράσεις, πολύμορφη και καλοδομημένη προβολή[8]. Ορισμένες δράσεις διατήρησαν τη λογική της διαδραστικότητας και της εμπλοκής με την πόλη σε επαρκές επίπεδο, όπως π.χ. οι «Αόρατες Διαδρομές» σε συνεργασία με το περιοδικό «Σχεδία», η «Αθήνα των Περιηγητών» σχετικά με περιηγητές προηγούμενων αιώνων, καθώς και όλα τα εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά (μεταξοτυπίας, animation κ.ά.). Άλλες ήταν πιο επιφανειακού χαρακτήρα και πιο ψυχαγωγικής λογικής: το «Φτιάξε το δικό σου ‘βρώμικο’» ή το «Bike Cities: Ποδηλατικές διαδρομές στην Αθήνα που οδηγούν στην έκθεση Strange Cities», θυμίζουν μια προσέγγιση της πόλης τουριστική, που ψηλαφεί μεν ευχάριστα, όμως δεν αγγίζει ουσιαστικά το χαρακτήρα της Αθήνας.

Εντέλει, υπήρξε περισσότερο εμφανής μια εξωραϊστική διάθεση στην προσέγγιση της πόλης, παρά μια προσέγγιση διεισδυτική στην ουσία της. Αυτό το χαρακτηριστικό, καθόλου κακό σε επίπεδο αρχικών προθέσεων, μοιάζει ωστόσο ακατάλληλο και αταίριαστο με τη δεδομένη χρονική περίοδο για τη συγκεκριμένη πόλη, που στέκεται όντως ‘παράξενη’, απέναντι στην παρούσα πραγματικότητα, έχοντας και πολλές ανοιχτές πολιτισμικές και κοινωνικές πληγές.

Δεν είναι, φυσικά, υποχρεωτικό, οι πληγές μιας πόλης να διαφαίνονται μέσα από εκθέσεις εφαρμοσμένων τεχνών. Από την άλλη όμως, δε γίνεται και να κρύβονται «κάτω από το χαλί», με τον εξωραϊσμό ενός ορόφου, στη Διπλάρειο Σχολή, σε μια γειτονιά όπως η πλατεία Θεάτρου (που έχει τη δική της εντελώς διαφορετική ζωή και τον ιδιότυπο χαρακτήρα), μέσα από τη γνώριμη και προβλέψιμη λογική του gentrification στο κέντρο της Αθήνας.

Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών υποστηρίζει την καλλιτεχνική δημιουργία και αυτό ήταν, είναι και θα παραμείνει από μόνο του εξαιρετικά σημαντικό, σπουδαίο και αναγκαίο. Εντούτοις, ίσως είναι σκόπιμο, τα κριτήρια κάθε καλλιτεχνικής παρέμβασης που αναλαμβάνει, ειδικά όταν αυτή στρέφεται στον περίπλοκο αστικό και πολιτισμικό χαρακτήρα μιας πόλης και σε συγκεκριμένες εποχές, να είναι επικεντρωμένα και σε άλλα δεδομένα της πραγματικότητας. Έτσι, θα μπορεί πραγματικά να προσφέρει στην πόλη ουσιαστικά και όχι αποσπασματικά και να επιβεβαιώνει την χορηγική της δράση με μεγαλύτερη διεισδυτικότητα «για την κοινή εμπειρία που λέγεται πόλη», παραθέτοντας τα εύστοχα λόγια της Αφροδίτης Παναγιωτάκου από το χαιρετισμό της στο έντυπο της έκθεσης[9].

Αρετή Λεοπούλου [leopareti@gmail.com]

Ιστορικός τέχνης – Επιμελήτρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη)

 

[1] Πληροφοριακό υλικό στο website της ΣΓΤ: http://www.sgt.gr/gr/programme/event/1834 (Πρόσβαση: 27/05/2015)

[2] Πρβ. και http://www.diplareios.edu.gr/ (Πρόσβαση: 27/05/2015)

[3] Άρθρο της Zoë Lescaze, “Documenta 14 Will Be Held in Athens and Kassel”, ARTnews (online), 06/10/2014: http://www.artnews.com/2014/10/06/documenta-14-will-be-held-in-athens-and-kassel/ (Πρόσβαση: 27/05/2015)

[4] Αρκεί να θυμηθεί κανείς τα διοικητικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα του ΕΜΣΤ μέσα στο χειμώνα του 2014-15 (πρβ. και «Ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στο Δ.Σ του ΕΜΣΤ και την Διευθύντρια Αννα Καφέτση», Το Βήμα, 15/10/2014: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=641549 και Δημήτρης Ρηγόπουλος, «Θα χάσει το ραντεβού και με το 2015 το ΕΜΣΤ;», Καθημερινή, 05/06/2015: http://www.kathimerini.gr/818031/article/politismos/eikastika/8a-xasei-to-rantevoy-kai-me-to-2015-to-emst) ή όσα προέκυψαν μέσα από αλλαγές κυβερνήσεων/υπουργών τον τελευταίο χρόνο, πρβ. και Άντζελα Δημητρακάκη, «Αριστερά και σύγχρονη τέχνη: Προς έναν δημόσιο διάλογο για την ‘πρώτη φορά’», Popaganda.gr, 21.05.2015: http://popaganda.gr/aristera-ke-sigchroni-techni-pros-enan-dimosio-dialogo-gia-tin-proti-fora/ (Πρόσβαση: 22/05/2015)

[5] Πρβ. και το website τους http://www.double-decker.org.uk/profile/

[6] «Ένα κουτί έμπνευσης στάλθηκε στους καλλιτέχνες αυτούς με σκοπό να αφυπνίσει τη φαντασία τους και να την κατευθύνει στους δρόμους μιας πόλης, που κανένας τους δεν έχει δει, αλλά όλοι φέρουν στο φαντασιακό τους» και έντυπο έκθεσης “Η Στέγη στην πλατεία Θεάτρου, Strange Cities: Athens”, 20/04-20/06/2015, Ίδρυμα Ωνάση/Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (χωρίς σελιδαρίθμηση)

[7] Ό.π., έντυπο έκθεσης “Η Στέγη στην πλατεία Θεάτρου, Strange Cities: Athens”

[8] Είναι χαρακτηριστική, της επιτυχημένης προβολής, η πληθώρα εικόνων και πληροφοριών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά την έκθεση και τις δράσεις της π.χ. με τη χρήση του hashtag #ΙΙΕΚ ΔΙΠΛΑΡΕΙΟΣ, π.χ.: https://instagram.com/explore/locations/436607558/ (Πρόσβαση: 21/08/2015)

[9] Πρβ. και πρώτη σελίδα στο έντυπο έκθεσης “Η Στέγη στην πλατεία Θεάτρου, Strange Cities: Athens”, 20/04-20/06/2015, Ίδρυμα Ωνάση/Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (χωρίς σελιδαρίθμηση)