Tag Archives: #museums

*Μερικές σκέψεις με αφορμή τις εργασίες του συνεδρίου #MuseumNext (Λονδίνο, 18-20/06/2018)

«[…] Το μουσείο είναι ένας θεσμός που συλλέγει, καταγράφει, συντηρεί, εκθέτει και ερμηνεύει υλικές μαρτυρίες και σχετιζόμενα δεδομένα προς δημόσιο όφελος».[https://www.museumsassociation.org/about/frequently-asked-questions]

RoyalGeographicalSociety_MuseumNext

To MuseumNext, συνεδριακή πλατφόρμα με αντικείμενο ενδιαφέροντος τον κόσμο των μουσείων και τις πρακτικές που υιοθετούνται από όσους εργάζονται σε αυτά ή δραστηριοποιούνται (επαγγελματικά κατά κύριο λόγο) στο ευρύτερο πεδίο του πολιτισμού, ολοκλήρωσε πριν λίγες μέρες τον κύκλο των εργασιών του στο Λονδίνο. Είχε προηγηθεί ένα αντίστοιχο τριήμερο στο Μπρισμπέιν τον Μάρτιο του 2018 ενώ πρόκειται να ακολουθήσουν άλλοι δύο κύκλοι σχετικών συνεδριακών εργασιών για το MuseumNext εντός του έτους, με προσαρμοσμένες θεματικές και διαφορετικούς ομιλητές, στο Άμστερνταμ και στη Νέα Υόρκη.

Πρόκειται για ένα συνέδριο που κατά κύριο λόγο εστιάζει στην παρουσίαση “hands on” παραδειγμάτων μουσειακών (κατά κανόνα) πρακτικών ανά τον κόσμο, οργανωμένων γύρω από εντελώς χαλαρές θεματικές – για παράδειγμα, ο θεματικός τίτλος των εργασιών του Λονδίνου ήταν “Disruptions” (δεν μπορώ ωστόσο με βεβαιότητα να πω ότι αντιλήφθηκα πώς αυτός σχετιζόταν εντέλει με τις περισσότερες παρουσιάσεις). Στην πραγματικότητα βέβαια, είναι το ίδιο το συνέδριο που, κατά την άποψή μου, συγκροτεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και παραδειγματική μελέτη περίπτωσης σε σχέση τόσο με ό,τι αφορά στενά το πεδίο της «βιομηχανίας» διοργάνωσης συνεδρίων, εντός και εκτός Βρετανίας, όσο και αναφορικά με τις τρέχουσες τάσεις, τις υπό διαμόρφωση προτεραιότητες και τις διαφορετικές εκφάνσεις της πολιτιστικής βιομηχανίας ευρύτερα.

Μετρώντας ήδη δέκα χρόνια δραστηριότητας, το MuseumNext προέκυψε από τη συνεργασία των Jim Richardson και Nina Simon. Για τον πρώτο η συγκεκριμένη συνεδριακή πλατφόρμα αποτελεί πεδίο αποκλειστικής επαγγελματικής απασχόλησης, σε συνδυσμό με τη δραστηριοποίησή του στο πεδίο της συμβουλευτικής μουσειακών οργανισμών ή εταιρειών ψηφιακής τεχνολογίας. Η Simon από την άλλη (με πτυχίο ηλεκτρολόγου μηχανικού και μαθηματικών) είναι η επιτυχημένη διευθύντρια του Santa Cruz Museum of Art and History (MAH), ενεργή και επιδραστική blogger επίσης, με αντικείμενο τόσο της ερευνητικής/συγγραφικής της δραστηριότητας όσο και της στενά επαγγελματικής της πρακτικής, το θέμα της συμμετοχικότητας, με έμφαση στα μουσεία. Αν, όπως παραπάνω ανέφερα, είναι δύσκολο ενδεχομένως να αντιστοιχίσει κανείς τις ομιλίες κάθε διοργάνωσης του MuseumNext με τις επιμέρους προτεινόμενες θεματικές τους, μπορεί σίγουρα σταθερά να αναγνωρίσει την επίδραση της συμμετοχικότητας, της «ιδέας-ομπρέλας» δηλαδή, όπως προτάθηκε και συζητήθηκε ήδη από το 2010 στο βιβλίο της Simon, The Participatory Museum.

Στην ίδια αυτή βάση της ιδέας της συμμετοχικότητας εξάλλου εδράζεται και τις ίδιες λίγο-πολύ ιδέες εξελίσσει, και το νέο της project, μια διεθνής πρωτοβουλία με τίτλο OFBYFOR ALL, το οποίο απευθύνεται σε μουσειακούς και άλλους κοινωφελούς χαρακτήρα οργανισμούς. Η παρουσίασή του άνοιξε το διήμερο των παρουσιάσεων του MuseumNext, με την έμπειρη και άνετη Simon ως keynote ομιλήτρια. Αυτή τη φορά η Simon μίλησε για μια διεθνή πρωτοβουλία, ένα διεθνές κίνημα συμμετοχικότητας με κοινά προτεινόμενα εργαλεία που θα επιτύχουν να συνδέσουν τα μουσεία με τις κοινότητες (museums of, by, and for all), αναφερόμενη ακριβώς σε παραδείγματα από την δεξαμενή δράσεων του Santa Cruz Museum of Art and History.

Την ιδέα της συμμετοχικότητας έθιξαν την ίδια ημέρα αρκετές ακόμη παρουσιάσεις – διαφορετικές οπτικές, ενθουσιώδεις ομιλητές. Θα σταθώ σε εκείνη που μου φάνηκε η πιο ενδιαφέρουσα αλλά και η ειλικρινέστερη ίσως –η εισηγήτρια της ιδέας εξήγησε μάλιστα ότι κάνει και δεύτερη δουλειά για να καταφέρει να την υποστηρίξει. Σε μια δύσκολη για μια μαύρη νεαρή γυναίκα πόλη, όπως μέχρι σήμερα παραμένει η Ατλάντα, η Nedra Deadwyler παρουσίασε το εγχείρημά της, την ομάδα δηλαδή που συγκρότησε και με την οποία διοργανώνει διαδρομές με ποδήλατο στην πόλη της, επικεντρώνοντας αφενός στα μνημεία και τα δημόσια κτήρια που αφηγούνται την ιστορία του αστικού τοπίου και επιδιώκοντας αφετέρου να μετατοπίσει την συζήτηση σε σημεία περισσότερο “άβολα”, τα οποία η συλλογική μνήμη δεν έχει αφομοιώσει με ανάλογο τρόπο. Η ομάδα της, οι Civic Bikes, επιχειρούν να δημιουργήσουν και να τονώσουν ένα διαφορετικό αίσθημα συλλογικότητας ενώ επιλέγουν να λειτουργήσουν ως βήμα, κατά τη διάρκεια των διαδρομών τους, εκείνων ακριβώς των αφηγήσεων που έμειναν αγνοημένες και παραγκωνισμένες, και οι οποίες για συγκεκριμένους ιστορικούς, πολιτικούς λόγους, δεν είχαν μέχρι σήμερα τις ίδιες ευκαιρίες να ακουστούν, πόσο δε μάλλον να επικρατήσουν.

Ενδιαφέρουσα επίσης, σε εργαλειακό επίπεδο, ως προς τις συνταγές συμπράξεων και τις πιθανές γέφυρες συνεργασίας που πρότεινε μεταξύ των μουσείων και των διαφορετικών κοινοτήτων/συλλογικοτήτων της πόλης, είτε αυτές δραστηριοποιούνται στον τομέα του πολιτισμού είτε όχι, ήταν και η παρουσίαση του μουσείου της πόλης του Τορόντο. Ένα «μουσείο χωρίς τοίχους», το Myseum of Toronto επιδιώκει να συναντήσει τους επισκέπτες-συνεργάτες του πριν εκείνοι το επισκεφτούν στο δικό τους πεδίο δράσης.

Αν και ομολογουμένως με μεγάλο ενδιαφέρον περίμενα να ακούσω την παρουσίαση των εκπροσώπων της επιμελητικής ομάδας της έκθεσης “The Past is Now”, με τίτλο “Decolonizing Display”, απογοητεύτηκα. Το εγχείρημά τους ήταν σίγουρα προκλητικό: η έκθεση έλαβε χώρα στο Birmingham Museum (Οκτώβριος 2017-Ιούνιος 2018) και επιχείρησε να παρουσιάσει την ιστορία του Birmingham κριτικά, μέσω της ιστορίας (και των θηριωδιών) της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως αποικιοκρατικής υπερδύναμης. Συζητήθηκε εκτενώς από τον Βρετανικό Τύπο και γι’ αυτήν συνεργάστηκε μια επιμελητική ομάδα αποτελούμενη από ακτιβιστές που δραστηριοποιούνται στην BAME (Black and Minorities Ethnic) κοινότητα, όλοι τους με ειδικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό.

Τί βρήκα απογοητευτικό: να μη γίνεται αντιληπτό, να μην σχολιάζεται, να μην αναφέρεται καν, έστω στο επίπεδο μιας επιπόλαιης νύξης, ότι η όποια αποπεριθωριοποίηση ή η υιοθέτηση μιας υποτιθέμενης «πολυκεντρικής» οπτικής και μιας προοδευτικής φρασεολογίας, στο πλαίσιο ειδικά μιας μεγάλης κλίμακας έκθεσης όπως αυτή του Birmingham Museum, σήμερα, με τους τρέχοντες οικονομικούς και πολιτικούς όρους, δεν είναι παρά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της πολιτικής κυριαρχίας και απέχει πολύ από το να θεωρείται δείγμα χειραφέτησης (όπως παρουσιάστηκε).

Δεν έλειψαν γενικώς μέσα στο διήμερο οι παρουσιάσεις που αναλώθηκαν σε ισοπεδωτικές (και ανιαρές επιπλέον) «μανατζερίστικες» υπεραπλουστεύσεις και κοινοτοπίες. Mία από αυτές ήταν κατά τη γνώμη μου και η παρουσίαση “Ηack The Bureaucracy”, παρά τον πολλά υποσχόμενο τίτλο.

Με διαφορά ως καλύτερη ξεχωρίζω την παρουσία του Chris Michaels, Digital Director της National Gallery του Λονδίνου, ο οποίος με μια συγκροτημένη ομιλία, χωρίς τη συνοδεία ppt παρουσίασης, τοποθέτησε τουλάχιστον με ευθυκρισία και ειλικρίνεια τη συζήτηση για το μέλλον των μουσείων στο πραγματικό της πλαίσιο, με τους ιστορικούς όρους του σήμερα. Και ανάμεσα στις γραμμές υπονόησε νομίζω ότι και αυτή ακόμη η τάση της κοινωνικής ευαισθησίας δεν είναι παρά ένα ακόμη «προϊόν» διαχειρίσιμο από τα μουσεία σε σχέση με την οικονομική τους επιβίωση εντός του περιβάλλοντος της ευρύτερης πολιτιστικής βιομηχανίας, ενώ αμφισβήτησε τον ρόλο τους ως «φτωχού συγγενή» με οικονομικούς όρους (στη βρετανική πραγματικότητα πάντα). Ήταν δε και ο μόνος που συσχέτισε την εισήγησή του με την θεματική του συνεδρίου (“Disruptions”).

Επίσης, καθώς αυτό το σημείωμα γράφεται μία ημέρα μετά την είδηση της αναθεώρησης του πλαισίου υπέρ της αύξησης των ωρών εργασίας στην Αυστρία, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ όσα ακούστηκαν στο MuseumNext και σε σχέση με τις συγκλονιστικές εξελίξεις στο πεδίο της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης – μια πραγματικότητα βέβαια που θα δημιουργήσει νέες στρατιές ανέργων. Η διαχείρισή της προφανώς για το κοινό καλό και προς όφελος ή όχι των ανθρώπων είναι ξεκάθαρα πολιτική απόφαση.

Θα πρέπει σίγουρα ακόμη να πω ότι οι συμμετέχοντες στο MuseumNext είχαμε και μια εξαιρετική πρώτη μέρα με ελεύθερο πρόγραμμα για επισκέψεις σε προτεινόμενες εκθέσεις που «τρέχουν» αυτό το διάστημα στο Λονδίνο. Δεν θα απαριθμήσω εδώ όσα ενδιαφέροντα είδαμε –είναι άλλη συζήτηση, που μπορούμε να κάνουμε με επιμέρους παρουσιάσεις στο πλαίσιο του Δικτύου Επαγγελματιών Μουσείων–, θα σταθώ περισσότερο στο γεγονός ότι αυτές τις επισκέψεις τις κάναμε σε ομάδες η σύνθεση των οποίων άλλαζε τυχαία, οπότε μας δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσουμε –σε ενδιάμεσα διαλείμματα/γεύματα/βόλτες/δείπνα/πρωινά– σχεδόν όλοι με όλους αυτά που είδαμε και μας απασχόλησαν.

Εξαιρετική ήταν και η ιδέα του British Council να συγκεντρωθούμε αμέσως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του συνεδρίου η ομάδα των ελλήνων συμμετεχόντων για έναν πρώτο κύκλο συζήτησης-αποτίμησης σε σχέση με όσα είχαμε δει και ακούσει κατά τις τρεις ημέρες του συνεδρίου.

Ειδικότερα τώρα για τους Έλληνες συμμετέχοντες, με έναν τρόπο το MuseumNext επισφράγισε κι έναν πρώτο κύκλο λειτουργίας για το πρόγραμμα Transforming Future Museums και την International Museum Academy. Η συμμετοχή μας σε αυτό, ύστερα από την πρόσκληση του British Council και τη σχετική διαδικασία επιλογής, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (600£ ήταν μόνο το κόστος της συμμετοχής στις εργασίες του συνεδρίου –το σημειώνω εδώ και σε σχέση με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν για την «βιομηχανία» των συνεδρίων στην Βρετανία αλλά και σε σχέση με την οικονομική πλευρά του πολιτιστικού τομέα), ολοκλήρωσε μια πρώτη σειρά ερεθισμάτων, εμπειριών, ανταλλαγών, συζητήσεων και συμπερασμάτων και έδωσε ταυτοχρόνως έμπνευση και ισχυρό κίνητρο για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός επόμενου κύκλου. Όσοι συμμετέχουμε τα τελευταία δύο χρόνια στο πρόγραμμα είτε παρακολουθώντας τα σεμινάρια, είτε διδάσκοντας στα regional hubs, είτε υποστηρίζοντας και τροφοδοτώντας τις εργασίες του Δικτύου, γνωρίζουμε καλά πόσο σημαντικό είναι ότι είχαμε την ευκαιρία να συγκεντρώσουμε γνώσεις και να αναπτύξουμε δεξιότητες γύρω από συγκεκριμένους τομείς της εργασιακής μας καθημερινότητας, πέρα από την επιστημονική μας εξειδίκευση. Περισσότερο σημαντικό είναι όμως ότι έχουμε πετύχει να συγκροτήσουμε μια νέα συλλογικότητα, άνθρωποι που ανά την Ελλάδα διαχειριζόμαστε κοινές προκλήσεις στην επαγγελματική μας καθημερινότητα, θέτουμε παρόμοιους στόχους, εκνευριζόμαστε με τα ίδια πράγματα, και ποτέ πριν δεν είχαμε συγκεντρωθεί ώστε να τα συζητήσουμε, να τα σκεφτούμε και να τα διαχειριστούμε όλα αυτά από κοινού (έστω και σε επίπεδο απλώς εκτόνωσης και συλλογικής ψυχοθεραπείας).

MuseumNextLondon2018

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα θα πω ότι χάρηκα ιδιαιτέρως που στο τέλος των εργασιών του συνεδρίου δεν είδα κανέναν/καμία από τους συναδέλφους της ομάδας εκστατικά συγκλονισμένο από τις προτεινόμενες “καινοτομίες”. Αντιθέτως, νομίζω ότι όλοι σταθήκαμε κριτικά απέναντι σε όσα ακούσαμε –διαπίστωση που αποτυπώθηκε και στην συζήτηση/αποτίμηση το απόγευμα της τρίτης ημέρας με τους ευρισκόμενους στο Λονδίνο συνεργάτες του British Council. Αξιολογώ θετικά αυτή τη στάση μας, όπως τουλάχιστον την διαισθάνθηκα, όχι από μπλαζέ άποψη αλλά γιατί καταδεικνύει μια διάθεση υπέρβασης των επιδερμικών προσεγγίσεων σε ό,τι αφορά την πολιτισμική και κοινωνική (πολιτική) σημασία της διαχείρισης των δεδομένων.

Εννοώ πως θα πρέπει να σκεφτεί κανείς σοβαρά τους κινδύνους πίσω από τα αιτήματα της συμμετοχικότητας (πριν ενθουσιωδώς τα ασπαστεί) και να αναρωτηθεί για την παγίδα της επίτευξης μιας συναισθηματικής δικαίωσης μόνο (στο όνομα ακριβώς της συμμετοχικότητας) χωρίς στέρεα επιχειρήματα. Αντίστοιχα και σε σχέση με την διεκδίκηση των δικαιωμάτων επιμέρους κοινωνικών ομάδων: μήπως εμμέσως η εξαντλητική αυτή κατηγοριοποίηση, η ανάδειξη επιμέρους κοινωνικών ταυτοτήτων, καταλήγει σε μια αντίστροφη, πολιτικώς ορθή, γκετοποίηση και στην πραγμάτωση εντέλει μιας ελεγχόμενης και προδιαγεγραμμένης μόνο ελευθερίας;

Η υπόθεση της συμμετοχικότητας είναι σημαντική (και) για τα μουσεία και δεν θα πρέπει να χαθεί μέσα σε μια εύκολη συνθηματολογία και τάσεις «της μόδας», υποταγμένες σε οικονομικούς και πολιτικούς καιροσκοπισμούς. Οι αντιλήψεις μας για το μουσείο δεν είναι παρά κοινωνικά γεγονότα που υπόκεινται σε μεταβολές ενώ το ίδιο το μουσείο –επίσης μέρος της κοινωνικής πράξης– είναι πεδίο ιεράρχησης αξιών και παραγωγής νοημάτων. Οι ιδέες που ακούστηκαν είχαν σίγουρα ενδιαφέρον, αυτοπαγιδεύονται όμως όσο παραμένουν εγκλωβισμένες σε έναν ανιστόρητο εκλεκτικισμό, χαμένες στο περίφημο μεταμοντέρνο pastiche. Σχεδόν όλες οι ανακοινώσεις που ακούσαμε στο συνέδριο δεν φάνηκε να λαμβάνουν υπόψη τους την ανάδειξη μιας (όποιας) δεδομένης μουσειακής συλλογής και της συγκροτημένης σύνδεσής τους με αυτή. Οι περισσότερες, ενθουσιωδώς μεν ανεπιτυχώς δε, αγωνίζονταν να αποδείξουν ότι οι πρακτικές που προτείνουν καταφέρνουν να υπερβούν το ζήτημα της διάκρισης (ο όρος του Pierre Bourdieu). Συμμετοχικό μουσείο όμως χωρίς μουσείο δεν μπορεί να υπάρξει.

Άννυ Μάλαμα

Δρ Ιστορίας της τέχνης, Επιμελήτρια

Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού

Advertisements

Από το Μουσείον Ελληνικών Χειροτεχνημάτων στο Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού: 100 χρόνια ιστορία #mnep #melt #MuseumOfModernGreekCulture

Από την 1η Φεβρουαρίου 2018, με την εφαρμογή του Προεδρικού Διατάγματος αρ. 4/2018, το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων – Συλλογή Φοίβου Ανωγειανάκη αλλάζει όνομα. Ονομάζεται πλέον Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού.

100 χρόνια από την ίδρυσή του ως Μουσείον Ελληνικών Χειροτεχνημάτων, μετά από μια μακρά πορεία με πολλές αλλαγές στο περιεχόμενο και στη δράση του και ανάλογες αλλαγές επωνυμίας, το νέο του όνομα αντανακλά τη συλλεκτική και εκθεσιακή του πολιτική, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια.

Γιατί Νεότερου;

Γιατί έτσι ορίζεται το χρονικό πλαίσιο των συλλογών και του περιεχόμενου του Μουσείου.

Τα περισσότερα αντικείμενά του χρονολογούνται από τα τέλη του 18ου έως τα μέσα του 20ού αιώνα περίπου. Η τεκμηρίωση και η έκθεσή τους επιβάλλουν τη μελέτη και την ανάδειξη της ιστορικής περιόδου των λεγόμενων νεότερων χρόνων και τη συγκέντρωση σχετικού υλικού (αρχεία, έγγραφα, φωτογραφίες και άλλα οπτικοακουστικά μέσα κ.ο.κ.).

Γιατί Ελληνικού;

Γιατί έτσι ορίζεται το γεωγραφικό πλαίσιο των συλλογών και του περιεχόμενου του Μουσείου.

Τα περισσότερα αντικείμενά του προέρχονται από τον ελληνικό χώρο με την ιστορική του έννοια, δηλαδή περιοχές που περιλαμβάνονται στα όρια του σύγχρονου ελληνικού κράτους αλλά και περιοχές όπου έζησε ελληνικό στοιχείο κατά τους νεότερους χρόνους.

Γιατί Πολιτισμού;

Γιατί έτσι καλύπτονται όλα τα στοιχεία που συνθέτουν τις συλλογές και το περιεχόμενο του Μουσείου, τα οποία πλέον τεκμηριώνονται και ερμηνεύονται ως τεκμήρια ζωής.

Τα αντικείμενά του σχετίζοναι με το σύνολο των στοιχείων, υλικών και άυλων, που συνέθεσαν τον βίο και τα έργα των ανθρώπων στο χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο που ορίστηκε παραπάνω: ιδέες και πρακτικές, γιορτές και καθημερινότητα, χωριά και πόλεις, τέχνη και τεχνολογία, προβιομηχανικά εργαλεία και βιομηχανικές συσκευές, τροχήλατα κεραμικά και εργοστασιακές πορσελάνες, παραδοσιακή φορεσιά και μόδα, χειροποίητα κεντήματα και εισηγμένες στόφες, αργαλειοί και ραπτομηχανές, θέατρο σκιών και κινηματογράφος κ.ο.κ.

Όλο το 2018 το Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού θα γιορτάζει τα 100 του χρόνια με ποικίλες εκδηλώσεις. Σας περιμένουμε!

[Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα melt.gr  και στη σελίδα του Μουσείου στο facebook]

LOGO TELIKO 100 YEARS-OUTLINE

Rethinking #Guernica; History and Conflict in the 20th Century [Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofia]

This website presents the extensive research conducted on the artwork, a twentieth-century icon, by the Museo Reina Sofía, and comprises around 2,000 documents.

Unpublished documents, gigapixel images, a comparison of photographic techniques, interactive chronology on this new website related to Pablo Picasso’s Guernica.

**ABOUT RETHINKING GUERNICA

Rethinking Guernica stems from a research project which compiles and presents materials related to the painting Pablo Picasso produced for the Spanish Pavilion at the Paris World’s Fair of 1937 and which is currently conserved in the Museo Reina Sofía.

This initiative, made possible through the joint work of different departments in the Museo, is an open tool of knowledge, progressively enriched with new documents and setting out from the artistic and symbolic values in Picasso’s painting to analyse contemporary history and the processes which build its imagery.

Rethinking Guernica is envisaged as an archive of archives, comprising different public and private archives from institutions and Spanish and international agencies and tracing an approach to the history of the mural by acknowledging its quality as an artwork and icon which transcends its own materiality to become a constantly updated image and symbol. Moreover, the plural nature and provenance of the materials brought together leads to an understanding of the contexts surrounding Guernica — direct or indirect, physical or symbolic — and the multiple historical circumstances it has contributed to, and continues to do so, or in which it has been involved.

In terms of the archive, the materials are organised as a non-hierarchical constellation of narratives contained in different documents, which engender a wide array of possibilities for accessing information. Equally, each document has been allocated a series of labels – chronological, geographical or contextual, in reference to exhibitions, authors, or other aspects — not only linking it to the organisational accounts and criteria put forward, but also prompting new searches from the actual documents.

Rethinking Guernica takes centre stage in the gigapixel study of Guernica. The latest technology applied to the knowledge, analysis and conservation of art heritage enables this study to group together and manage the vast number of images taken on the painting – the pictorial surface, the back, the stretcher — through a robotic system with different sensors. The front and back of the picture have been scanned using different light frequencies (visible light, ultraviolet light, infrared light, x-ray imaging) which, along with the tool for 3D recreation, have produced an accurate picture of the painting’s condition. Moreover, the mapping of alterations has located abrasions, craquelure, wax, cracks, marks, retouching, underlying brushstrokes and other identified components, and, in addition to disclosing information on the picture’s state of conservation, the interpretation of these gigapixel images is also integral to a more profound approach to Picasso’s working process and technique.

Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofía

Santa Isabel, 52
28012 Madrid
Tel. (+34) 91 774 1000
Fax. (+34) 91 774 1056

Information: web@museoreinasofia.es

 

#MuseumsChangeAthens2017 @theBenakiMuseum

Τα μουσεία και τα πολιτιστικά ιδρύματα μπορούν να αλλάξουν τη ζωή των ανθρώπων. Είναι πυλώνες υγιών κοινοτήτων και ιδανικοί χώροι για την επικοινωνία και τη σύνδεση μεταξύ ανθρώπων. Καθώς κοινότητες σε ολόκληρο τον κόσμο έρχονται αντιμέτωπες με θέματα μετανάστευσης, θρησκευτικής έκφρασης, πολιτιστικής ποικιλομορφίας, διακρίσεων, ταυτότητας φύλου και ίσης μεταχείρισης, η δέσμευση των μουσείων για […]

via ΣΥΝΕΔΡΙΟ – «Τα Μουσεία ως Φορείς Αλλαγής: Διαφορετικότητα, Προσβασιμότητα και Ενσωμάτωση» — Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης (Ε.Ε.Ι.Τ.)

ΤΕΥΧΟΣ #6 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2017

ITT06-EXOF

Το περιοδικό Ιστορία της τέχνης -το μοναδικό στη χώρα μας περιοδικό ακαδημαϊκού και ερευνητικού προσανατολισμού με εξειδίκευση στην ιστορία και τη θεωρία της τέχνης από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας- φτάνει στο έκτο τεύχος του (Καλοκαίρι 2017). Πεδίο ανεξάρτητου επιστημονικού διαλόγου, απευθύνεται ταυτοχρόνως και στο συνεχώς αυξανόμενο κοινό των φιλότεχνων, στους φοιτητές, στους καλλιτέχνες, στους συλλέκτες, στους επαγγελματίες του χώρου (επιμελητές μουσείων, χώρων τέχνης, πολιτιστικών φορέων και ιδρυμάτων) και γενικότερα σε όλους εκείνους που επιθυμούν να προσεγγίσουν τα καλλιτεχνικά φαινόμενα με έναν έγκυρο και ουσιαστικό τρόπο αλλά και να ενημερωθούν κριτικά για τις νέες εκδόσεις, τις επιστημονικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, τις εκθέσεις και τα συνέδρια που πραγματοποιούνται εντός και εκτός Ελλάδας.

Στο τεύχος #6, όπου δίνεται έμφαση στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης αλλά και στη σχέση λαϊκής και μοντέρνας καλλιτεχνικής έκφρασης, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ένα άρθρο για τις αυτοπροσωπογραφίες της Θάλειας Φλωρά Καραβία, μιας από τις πιο σημαντικές Ελληνίδες ζωγράφους, οι «Αφορισμοί» του Έλληνα «εξπρεσιονιστή» Γιώργου Μπουζιάνη, το καταστατικό της Ελληνικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας εν Ρώμη (1865), ένα κείμενο για το περίφημο σπίτι του χτίστη Ροδάκη στην Αίγινα, σημείο αναφοράς για πολλούς αρχιτέκτονες, Έλληνες και μη, ως προεικόνιση των αιτημάτων της μοντέρνας αρχιτεκτονικής καθώς και μια εκτενής έρευνα σχετικά με την υποδοχή του έργου του Θεόφιλου στην Ευρώπη (και τους μύθους που τη συνοδεύουν). Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται και η πορεία του γερμανικού κινήματος εφαρμοσμένων τεχνών στις αρχές του 20ού αιώνα που συνδέεται με ό,τι θα μπορούσε να αποκληθεί «κρίση της διανοητικής εργασίας». Στο παρόν τεύχος επίσης, μεταφράζεται για πρώτη φορά ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά κείμενα του κορυφαίου των εικονολόγων Erwin Panofsky, με τίτλο «H προσωπογραφία των Arnolfini» του Jan van Eyck, που αφορά έναν από τους πλέον πολυσυζητημένους ‒και μυστηριώδεις‒ πίνακες της δυτικής παράδοσης, συνεχίζεται η δημοσίευση του δεύτερου και τρίτου από τα περίφημα Προοίμια των Βίων του Giorgio Vasari, ενώ μεταφράζεται, για πρώτη επίσης φορά, η ανάλυση από τον κοινωνικό στοχαστή Pierre-Joseph Proudhon του έργου Οι λατόμοι του Courbet, παράλληλα με την απόφαση του Στρατοδικείου των Βερσαλλιών για την καταδίκη του ζωγράφου εξαιτίας της δράσης του στην παρισινή Κομμούνα του 1871. Φυσικά, η κριτική παρουσίαση σημαντικών εκθέσεων και η βιβλιοκριτική αποτελούν, σε ιδιαίτερη έκταση αυτή τη φορά, ένα από τα πλέον σημαντικά τμήματα του περιοδικού.

[Το τεύχος #6 θα βρίσκεται στα σημεία πώλησης από τις 20 Ιουνίου 2017.]

Διάλεξη για τον Αλέκο Κοντόπουλο και την εποχή του

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου, συμμετέχοντας στη «Διεθνή Ημέρα Μουσείων», έχει προγραμματίσει διάλεξη από τον ιστορικό τέχνης, Δρ. Αλέξανδρο Τενεκετζή, διδάσκοντα στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και συνεργάτη της Εταιρείας Ψηφιακού Πολιτισμού PostScriptum, με θέμα:

«Ο Αλέκος Κοντόπουλος και η εποχή του»

Τα θέματα που θα αναλυθούν αφορούν στο σύνολο της καλλιτεχνικής παραγωγής (1924-1975) του Αλέκου Κοντόπουλου, μια πορεία που καλύπτει συνολικά τη μεταβατική περίοδο της Νεοελληνικής Τέχνης από την παραστατικότητα στην αφαίρεση. Το έργο του ζωγράφου θα αναλυθεί σε σχέση με το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ανδρώθηκε καλλιτεχνικά και δημιούργησε, σε με μια προσπάθεια ανάδειξης της συμβολής του στην εξέλιξη των εικαστικών τεχνών στην Ελλάδα.

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 18 Μαΐου 2017, στο Αναγνωστήριο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης και ώρα 7:00μ.μ.

(Κοντόπουλου 13, Αγία Παρασκευή, 210-6010121, library@agiaparaskevi.gr).

Είσοδος ελεύθερη.

https://www.eventbrite.com/e/34102175525

Ξεναγήσεις θα πραγματοποιούνται στο χώρο του Μουσείου 10-2 το πρωί και 5-8 το απόγευμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Museums in a Global Age #LSEpublicevents

Published on Oct 10, 2016

Date: Tuesday 4 October 2016
Time: 6.30-8pm
Venue: Wolfson Theatre, New Academic Building
Speakers: Richard Armstrong, Adrian Ellis, Tiffany Jenkins
Chair: JJ Charlesworth

https://www.youtube.com/watch?v=_46Sk9FlWJo&feature=youtu.be

A panel discussion considering the roles and responsibilities of museums as cultural dialogue takes on a new urgency in diverse national contexts. How do museums engage with and reflect the world they inhabit?

Richard Armstrong has served as the Director of the Solomon R Guggenheim Museum and Foundation since November 2008. Armstrong works with senior staff to maximize all aspects of the Foundation’s operations: permanent collections, exhibition programs, acquisitions, documentation, scholarship, and conservation. Previously, Armstrong was The Henry J. Heinz II Director of Carnegie Museum of Art, where he also served as Chief Curator and Curator of Contemporary Art. From 1981 to 1992, he was a curator at the Whitney Museum of American Art, where he organized four Biennials, as well as several other exhibitions.

Adrian Ellis is a global thought leader in international arts and culture whose work spans the fields of cultural strategy, policy, and economics. He is Founding Director of AEA Consulting, one of the world’s leading arts, culture and entertainment consulting firms. Prior to founding AEA, he served as Executive Director of The Conran Foundation in London, where he planned and managed the creation of the Design Museum.

Tiffany Jenkins (@tiffanyjenkins) is an academic, broadcaster and columnist, and author of Keeping Their Marbles: How Treasures of the Past Ended Up in Museums and Why They Should Stay There. She has been a visiting fellow at LSE, Department of Law and was previously the director of the Arts and Society Programme at the Institute of Ideas.

JJ Charlesworth (@jjcharlesworth) is an art critic, writer and commentator. JJ studied fine art at Goldsmiths College, London, in the mid-1990s, before turning his hand to criticism. His writing on artists, reviews and commentaries on art, culture and politics have appeared in many publications including ArtReview, Art Monthly, Flash Art, Modern Painters, Time Out London, the Daily Telegraph and online platforms art-agenda and ArtNet News. Since 2006 has worked on the editorial staff of ArtReview, and is currently the magazine’s publisher. He has lectured and taught extensively, and in 2016 completed his PhD – a study of art criticism in Britain during the 1970s.

Just economics and politics? Think again. While LSE does not teach arts or music, there is a vibrant cultural side to the School – from weekly free music concerts in the Shaw Library, and an LSE orchestra and choir with their own professional conductors, various film, art and photographic student societies, the annual LSE photo prize competition, the LSE Literary Festival and artist-in-residence projects. For more information please view the LSE Arts website.

Founded in 1949, ArtReview (@ArtReview_) is one of the world’s leading international contemporary art magazines, dedicated to expanding contemporary art’s audience and reach. Aimed at both a specialist and a general audience, the magazine features a mixture of criticism, reviews, reportage and specially commissioned artworks, and offers the most established, in-depth and intimate portrait of international contemporary art in all its shapes and forms.