Tag Archives: #review

*Μερικές σκέψεις με αφορμή τις εργασίες του συνεδρίου #MuseumNext (Λονδίνο, 18-20/06/2018)

«[…] Το μουσείο είναι ένας θεσμός που συλλέγει, καταγράφει, συντηρεί, εκθέτει και ερμηνεύει υλικές μαρτυρίες και σχετιζόμενα δεδομένα προς δημόσιο όφελος».[https://www.museumsassociation.org/about/frequently-asked-questions]

RoyalGeographicalSociety_MuseumNext

To MuseumNext, συνεδριακή πλατφόρμα με αντικείμενο ενδιαφέροντος τον κόσμο των μουσείων και τις πρακτικές που υιοθετούνται από όσους εργάζονται σε αυτά ή δραστηριοποιούνται (επαγγελματικά κατά κύριο λόγο) στο ευρύτερο πεδίο του πολιτισμού, ολοκλήρωσε πριν λίγες μέρες τον κύκλο των εργασιών του στο Λονδίνο. Είχε προηγηθεί ένα αντίστοιχο τριήμερο στο Μπρισμπέιν τον Μάρτιο του 2018 ενώ πρόκειται να ακολουθήσουν άλλοι δύο κύκλοι σχετικών συνεδριακών εργασιών για το MuseumNext εντός του έτους, με προσαρμοσμένες θεματικές και διαφορετικούς ομιλητές, στο Άμστερνταμ και στη Νέα Υόρκη.

Πρόκειται για ένα συνέδριο που κατά κύριο λόγο εστιάζει στην παρουσίαση “hands on” παραδειγμάτων μουσειακών (κατά κανόνα) πρακτικών ανά τον κόσμο, οργανωμένων γύρω από εντελώς χαλαρές θεματικές – για παράδειγμα, ο θεματικός τίτλος των εργασιών του Λονδίνου ήταν “Disruptions” (δεν μπορώ ωστόσο με βεβαιότητα να πω ότι αντιλήφθηκα πώς αυτός σχετιζόταν εντέλει με τις περισσότερες παρουσιάσεις). Στην πραγματικότητα βέβαια, είναι το ίδιο το συνέδριο που, κατά την άποψή μου, συγκροτεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και παραδειγματική μελέτη περίπτωσης σε σχέση τόσο με ό,τι αφορά στενά το πεδίο της «βιομηχανίας» διοργάνωσης συνεδρίων, εντός και εκτός Βρετανίας, όσο και αναφορικά με τις τρέχουσες τάσεις, τις υπό διαμόρφωση προτεραιότητες και τις διαφορετικές εκφάνσεις της πολιτιστικής βιομηχανίας ευρύτερα.

Μετρώντας ήδη δέκα χρόνια δραστηριότητας, το MuseumNext προέκυψε από τη συνεργασία των Jim Richardson και Nina Simon. Για τον πρώτο η συγκεκριμένη συνεδριακή πλατφόρμα αποτελεί πεδίο αποκλειστικής επαγγελματικής απασχόλησης, σε συνδυσμό με τη δραστηριοποίησή του στο πεδίο της συμβουλευτικής μουσειακών οργανισμών ή εταιρειών ψηφιακής τεχνολογίας. Η Simon από την άλλη (με πτυχίο ηλεκτρολόγου μηχανικού και μαθηματικών) είναι η επιτυχημένη διευθύντρια του Santa Cruz Museum of Art and History (MAH), ενεργή και επιδραστική blogger επίσης, με αντικείμενο τόσο της ερευνητικής/συγγραφικής της δραστηριότητας όσο και της στενά επαγγελματικής της πρακτικής, το θέμα της συμμετοχικότητας, με έμφαση στα μουσεία. Αν, όπως παραπάνω ανέφερα, είναι δύσκολο ενδεχομένως να αντιστοιχίσει κανείς τις ομιλίες κάθε διοργάνωσης του MuseumNext με τις επιμέρους προτεινόμενες θεματικές τους, μπορεί σίγουρα σταθερά να αναγνωρίσει την επίδραση της συμμετοχικότητας, της «ιδέας-ομπρέλας» δηλαδή, όπως προτάθηκε και συζητήθηκε ήδη από το 2010 στο βιβλίο της Simon, The Participatory Museum.

Στην ίδια αυτή βάση της ιδέας της συμμετοχικότητας εξάλλου εδράζεται και τις ίδιες λίγο-πολύ ιδέες εξελίσσει, και το νέο της project, μια διεθνής πρωτοβουλία με τίτλο OFBYFOR ALL, το οποίο απευθύνεται σε μουσειακούς και άλλους κοινωφελούς χαρακτήρα οργανισμούς. Η παρουσίασή του άνοιξε το διήμερο των παρουσιάσεων του MuseumNext, με την έμπειρη και άνετη Simon ως keynote ομιλήτρια. Αυτή τη φορά η Simon μίλησε για μια διεθνή πρωτοβουλία, ένα διεθνές κίνημα συμμετοχικότητας με κοινά προτεινόμενα εργαλεία που θα επιτύχουν να συνδέσουν τα μουσεία με τις κοινότητες (museums of, by, and for all), αναφερόμενη ακριβώς σε παραδείγματα από την δεξαμενή δράσεων του Santa Cruz Museum of Art and History.

Την ιδέα της συμμετοχικότητας έθιξαν την ίδια ημέρα αρκετές ακόμη παρουσιάσεις – διαφορετικές οπτικές, ενθουσιώδεις ομιλητές. Θα σταθώ σε εκείνη που μου φάνηκε η πιο ενδιαφέρουσα αλλά και η ειλικρινέστερη ίσως –η εισηγήτρια της ιδέας εξήγησε μάλιστα ότι κάνει και δεύτερη δουλειά για να καταφέρει να την υποστηρίξει. Σε μια δύσκολη για μια μαύρη νεαρή γυναίκα πόλη, όπως μέχρι σήμερα παραμένει η Ατλάντα, η Nedra Deadwyler παρουσίασε το εγχείρημά της, την ομάδα δηλαδή που συγκρότησε και με την οποία διοργανώνει διαδρομές με ποδήλατο στην πόλη της, επικεντρώνοντας αφενός στα μνημεία και τα δημόσια κτήρια που αφηγούνται την ιστορία του αστικού τοπίου και επιδιώκοντας αφετέρου να μετατοπίσει την συζήτηση σε σημεία περισσότερο “άβολα”, τα οποία η συλλογική μνήμη δεν έχει αφομοιώσει με ανάλογο τρόπο. Η ομάδα της, οι Civic Bikes, επιχειρούν να δημιουργήσουν και να τονώσουν ένα διαφορετικό αίσθημα συλλογικότητας ενώ επιλέγουν να λειτουργήσουν ως βήμα, κατά τη διάρκεια των διαδρομών τους, εκείνων ακριβώς των αφηγήσεων που έμειναν αγνοημένες και παραγκωνισμένες, και οι οποίες για συγκεκριμένους ιστορικούς, πολιτικούς λόγους, δεν είχαν μέχρι σήμερα τις ίδιες ευκαιρίες να ακουστούν, πόσο δε μάλλον να επικρατήσουν.

Ενδιαφέρουσα επίσης, σε εργαλειακό επίπεδο, ως προς τις συνταγές συμπράξεων και τις πιθανές γέφυρες συνεργασίας που πρότεινε μεταξύ των μουσείων και των διαφορετικών κοινοτήτων/συλλογικοτήτων της πόλης, είτε αυτές δραστηριοποιούνται στον τομέα του πολιτισμού είτε όχι, ήταν και η παρουσίαση του μουσείου της πόλης του Τορόντο. Ένα «μουσείο χωρίς τοίχους», το Myseum of Toronto επιδιώκει να συναντήσει τους επισκέπτες-συνεργάτες του πριν εκείνοι το επισκεφτούν στο δικό τους πεδίο δράσης.

Αν και ομολογουμένως με μεγάλο ενδιαφέρον περίμενα να ακούσω την παρουσίαση των εκπροσώπων της επιμελητικής ομάδας της έκθεσης “The Past is Now”, με τίτλο “Decolonizing Display”, απογοητεύτηκα. Το εγχείρημά τους ήταν σίγουρα προκλητικό: η έκθεση έλαβε χώρα στο Birmingham Museum (Οκτώβριος 2017-Ιούνιος 2018) και επιχείρησε να παρουσιάσει την ιστορία του Birmingham κριτικά, μέσω της ιστορίας (και των θηριωδιών) της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως αποικιοκρατικής υπερδύναμης. Συζητήθηκε εκτενώς από τον Βρετανικό Τύπο και γι’ αυτήν συνεργάστηκε μια επιμελητική ομάδα αποτελούμενη από ακτιβιστές που δραστηριοποιούνται στην BAME (Black and Minorities Ethnic) κοινότητα, όλοι τους με ειδικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό.

Τί βρήκα απογοητευτικό: να μη γίνεται αντιληπτό, να μην σχολιάζεται, να μην αναφέρεται καν, έστω στο επίπεδο μιας επιπόλαιης νύξης, ότι η όποια αποπεριθωριοποίηση ή η υιοθέτηση μιας υποτιθέμενης «πολυκεντρικής» οπτικής και μιας προοδευτικής φρασεολογίας, στο πλαίσιο ειδικά μιας μεγάλης κλίμακας έκθεσης όπως αυτή του Birmingham Museum, σήμερα, με τους τρέχοντες οικονομικούς και πολιτικούς όρους, δεν είναι παρά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της πολιτικής κυριαρχίας και απέχει πολύ από το να θεωρείται δείγμα χειραφέτησης (όπως παρουσιάστηκε).

Δεν έλειψαν γενικώς μέσα στο διήμερο οι παρουσιάσεις που αναλώθηκαν σε ισοπεδωτικές (και ανιαρές επιπλέον) «μανατζερίστικες» υπεραπλουστεύσεις και κοινοτοπίες. Mία από αυτές ήταν κατά τη γνώμη μου και η παρουσίαση “Ηack The Bureaucracy”, παρά τον πολλά υποσχόμενο τίτλο.

Με διαφορά ως καλύτερη ξεχωρίζω την παρουσία του Chris Michaels, Digital Director της National Gallery του Λονδίνου, ο οποίος με μια συγκροτημένη ομιλία, χωρίς τη συνοδεία ppt παρουσίασης, τοποθέτησε τουλάχιστον με ευθυκρισία και ειλικρίνεια τη συζήτηση για το μέλλον των μουσείων στο πραγματικό της πλαίσιο, με τους ιστορικούς όρους του σήμερα. Και ανάμεσα στις γραμμές υπονόησε νομίζω ότι και αυτή ακόμη η τάση της κοινωνικής ευαισθησίας δεν είναι παρά ένα ακόμη «προϊόν» διαχειρίσιμο από τα μουσεία σε σχέση με την οικονομική τους επιβίωση εντός του περιβάλλοντος της ευρύτερης πολιτιστικής βιομηχανίας, ενώ αμφισβήτησε τον ρόλο τους ως «φτωχού συγγενή» με οικονομικούς όρους (στη βρετανική πραγματικότητα πάντα). Ήταν δε και ο μόνος που συσχέτισε την εισήγησή του με την θεματική του συνεδρίου (“Disruptions”).

Επίσης, καθώς αυτό το σημείωμα γράφεται μία ημέρα μετά την είδηση της αναθεώρησης του πλαισίου υπέρ της αύξησης των ωρών εργασίας στην Αυστρία, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ όσα ακούστηκαν στο MuseumNext και σε σχέση με τις συγκλονιστικές εξελίξεις στο πεδίο της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης – μια πραγματικότητα βέβαια που θα δημιουργήσει νέες στρατιές ανέργων. Η διαχείρισή της προφανώς για το κοινό καλό και προς όφελος ή όχι των ανθρώπων είναι ξεκάθαρα πολιτική απόφαση.

Θα πρέπει σίγουρα ακόμη να πω ότι οι συμμετέχοντες στο MuseumNext είχαμε και μια εξαιρετική πρώτη μέρα με ελεύθερο πρόγραμμα για επισκέψεις σε προτεινόμενες εκθέσεις που «τρέχουν» αυτό το διάστημα στο Λονδίνο. Δεν θα απαριθμήσω εδώ όσα ενδιαφέροντα είδαμε –είναι άλλη συζήτηση, που μπορούμε να κάνουμε με επιμέρους παρουσιάσεις στο πλαίσιο του Δικτύου Επαγγελματιών Μουσείων–, θα σταθώ περισσότερο στο γεγονός ότι αυτές τις επισκέψεις τις κάναμε σε ομάδες η σύνθεση των οποίων άλλαζε τυχαία, οπότε μας δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσουμε –σε ενδιάμεσα διαλείμματα/γεύματα/βόλτες/δείπνα/πρωινά– σχεδόν όλοι με όλους αυτά που είδαμε και μας απασχόλησαν.

Εξαιρετική ήταν και η ιδέα του British Council να συγκεντρωθούμε αμέσως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του συνεδρίου η ομάδα των ελλήνων συμμετεχόντων για έναν πρώτο κύκλο συζήτησης-αποτίμησης σε σχέση με όσα είχαμε δει και ακούσει κατά τις τρεις ημέρες του συνεδρίου.

Ειδικότερα τώρα για τους Έλληνες συμμετέχοντες, με έναν τρόπο το MuseumNext επισφράγισε κι έναν πρώτο κύκλο λειτουργίας για το πρόγραμμα Transforming Future Museums και την International Museum Academy. Η συμμετοχή μας σε αυτό, ύστερα από την πρόσκληση του British Council και τη σχετική διαδικασία επιλογής, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (600£ ήταν μόνο το κόστος της συμμετοχής στις εργασίες του συνεδρίου –το σημειώνω εδώ και σε σχέση με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν για την «βιομηχανία» των συνεδρίων στην Βρετανία αλλά και σε σχέση με την οικονομική πλευρά του πολιτιστικού τομέα), ολοκλήρωσε μια πρώτη σειρά ερεθισμάτων, εμπειριών, ανταλλαγών, συζητήσεων και συμπερασμάτων και έδωσε ταυτοχρόνως έμπνευση και ισχυρό κίνητρο για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός επόμενου κύκλου. Όσοι συμμετέχουμε τα τελευταία δύο χρόνια στο πρόγραμμα είτε παρακολουθώντας τα σεμινάρια, είτε διδάσκοντας στα regional hubs, είτε υποστηρίζοντας και τροφοδοτώντας τις εργασίες του Δικτύου, γνωρίζουμε καλά πόσο σημαντικό είναι ότι είχαμε την ευκαιρία να συγκεντρώσουμε γνώσεις και να αναπτύξουμε δεξιότητες γύρω από συγκεκριμένους τομείς της εργασιακής μας καθημερινότητας, πέρα από την επιστημονική μας εξειδίκευση. Περισσότερο σημαντικό είναι όμως ότι έχουμε πετύχει να συγκροτήσουμε μια νέα συλλογικότητα, άνθρωποι που ανά την Ελλάδα διαχειριζόμαστε κοινές προκλήσεις στην επαγγελματική μας καθημερινότητα, θέτουμε παρόμοιους στόχους, εκνευριζόμαστε με τα ίδια πράγματα, και ποτέ πριν δεν είχαμε συγκεντρωθεί ώστε να τα συζητήσουμε, να τα σκεφτούμε και να τα διαχειριστούμε όλα αυτά από κοινού (έστω και σε επίπεδο απλώς εκτόνωσης και συλλογικής ψυχοθεραπείας).

MuseumNextLondon2018

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα θα πω ότι χάρηκα ιδιαιτέρως που στο τέλος των εργασιών του συνεδρίου δεν είδα κανέναν/καμία από τους συναδέλφους της ομάδας εκστατικά συγκλονισμένο από τις προτεινόμενες “καινοτομίες”. Αντιθέτως, νομίζω ότι όλοι σταθήκαμε κριτικά απέναντι σε όσα ακούσαμε –διαπίστωση που αποτυπώθηκε και στην συζήτηση/αποτίμηση το απόγευμα της τρίτης ημέρας με τους ευρισκόμενους στο Λονδίνο συνεργάτες του British Council. Αξιολογώ θετικά αυτή τη στάση μας, όπως τουλάχιστον την διαισθάνθηκα, όχι από μπλαζέ άποψη αλλά γιατί καταδεικνύει μια διάθεση υπέρβασης των επιδερμικών προσεγγίσεων σε ό,τι αφορά την πολιτισμική και κοινωνική (πολιτική) σημασία της διαχείρισης των δεδομένων.

Εννοώ πως θα πρέπει να σκεφτεί κανείς σοβαρά τους κινδύνους πίσω από τα αιτήματα της συμμετοχικότητας (πριν ενθουσιωδώς τα ασπαστεί) και να αναρωτηθεί για την παγίδα της επίτευξης μιας συναισθηματικής δικαίωσης μόνο (στο όνομα ακριβώς της συμμετοχικότητας) χωρίς στέρεα επιχειρήματα. Αντίστοιχα και σε σχέση με την διεκδίκηση των δικαιωμάτων επιμέρους κοινωνικών ομάδων: μήπως εμμέσως η εξαντλητική αυτή κατηγοριοποίηση, η ανάδειξη επιμέρους κοινωνικών ταυτοτήτων, καταλήγει σε μια αντίστροφη, πολιτικώς ορθή, γκετοποίηση και στην πραγμάτωση εντέλει μιας ελεγχόμενης και προδιαγεγραμμένης μόνο ελευθερίας;

Η υπόθεση της συμμετοχικότητας είναι σημαντική (και) για τα μουσεία και δεν θα πρέπει να χαθεί μέσα σε μια εύκολη συνθηματολογία και τάσεις «της μόδας», υποταγμένες σε οικονομικούς και πολιτικούς καιροσκοπισμούς. Οι αντιλήψεις μας για το μουσείο δεν είναι παρά κοινωνικά γεγονότα που υπόκεινται σε μεταβολές ενώ το ίδιο το μουσείο –επίσης μέρος της κοινωνικής πράξης– είναι πεδίο ιεράρχησης αξιών και παραγωγής νοημάτων. Οι ιδέες που ακούστηκαν είχαν σίγουρα ενδιαφέρον, αυτοπαγιδεύονται όμως όσο παραμένουν εγκλωβισμένες σε έναν ανιστόρητο εκλεκτικισμό, χαμένες στο περίφημο μεταμοντέρνο pastiche. Σχεδόν όλες οι ανακοινώσεις που ακούσαμε στο συνέδριο δεν φάνηκε να λαμβάνουν υπόψη τους την ανάδειξη μιας (όποιας) δεδομένης μουσειακής συλλογής και της συγκροτημένης σύνδεσής τους με αυτή. Οι περισσότερες, ενθουσιωδώς μεν ανεπιτυχώς δε, αγωνίζονταν να αποδείξουν ότι οι πρακτικές που προτείνουν καταφέρνουν να υπερβούν το ζήτημα της διάκρισης (ο όρος του Pierre Bourdieu). Συμμετοχικό μουσείο όμως χωρίς μουσείο δεν μπορεί να υπάρξει.

Άννυ Μάλαμα

Δρ Ιστορίας της τέχνης, Επιμελήτρια

Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού

Advertisements

Strange Cities: Athens #sgt #ExhibitionReview

Παράξενες πόλεις: Αθήνα

20 Απριλίου – 28 Ιουνίου 2015

Διπλάρειος Σχολή (πλ. Θεάτρου 3)

1. H Διπλάρειος Σχολή από την οδό Θεάτρου

H Διπλάρειος Σχολή από την οδό Θεάτρου

 

Αν κάτι έχει ενδιαφέρον στις εκθέσεις που πλέον πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, είναι σαφώς η –σχεδόν αναπόφευκτη πια– πολυσήμαντη κριτική προσέγγιση που επιβάλλουν. Ίσως επειδή οι καιροί είναι ιδιαίτεροι, ίσως επειδή οι συνθήκες και οι υπάρχουσες δομές είναι ιδιότυπες.

Η έκθεση «Παράξενες πόλεις: Αθήνα» (“Strange Cities: Athens”)[1] διοργανώθηκε από τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση στη Διπλάρειο Σχολή[2].

Έχοντας ήδη γνωστοποιηθεί ότι η Αθήνα θα (συν)υπάρξει έδρα της Ντοκουμέντα του Κάσσελ (“Documenta 14: Learning From Athens”[3]) το 2017, είναι σαφές ότι η πόλη αυτή πλέον αποτελεί ένα καίριο γεωγραφικό και πολιτισμικό σημείο διεθνούς ενδιαφέροντος, στοιχείο που μόνο καλό μπορεί να θεωρηθεί.

Την ίδια αυτή περίοδο στη χώρα έχουν προκύψει πολύμορφα ζητήματα πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης σε πολιτιστικούς φορείς, ιδρύματα, μουσεία και οργανισμούς που σχετίζονται με τη σύγχρονη εικαστική σκηνή[4]· για το λόγο αυτό, εκθέσεις όπως οι «Παράξενες Πόλεις: Αθήνα», απαιτούν διττή προσέγγιση, προκειμένου κανείς να είναι δίκαιος και αντικειμενικός απέναντι σε έργα, καλλιτέχνες, αλλά και επιμελητές, συνεργάτες., διοργανωτές. Για το λόγο αυτό, η κριτική αυτής της έκθεσης δεν είναι μία, αλλά στην ουσία δύο: μία προσέγγιση αφορά στα έργα, στο στήσιμο, στη διαχείριση του πεδίου της έκθεσης καθαυτής, ενώ μια δεύτερη αφορά στη διαχείριση της έκθεσης, εντός των συνθηκών της πόλης στην οποία και αναφέρεται.

Η επιμελητική ομάδα Double Decker (Wilhelm Finger, Μελίτα Σκαμνάκη) με έδρα το Λονδίνο, με διεθνή και εδραιωμένη δραστηριοποίηση στο πεδίο των εφαρμοσμένων, κυρίως, τεχνών[5], αποφάσισε να ενεργοποιήσει ένα ενδιαφέρον σκεπτικό, αρχαιολογικής-ανθρωπολογικής βάσης και λογικής: χρησιμοποίησε ‘σπαράγματα’ πολιτισμού, τα οποία –με ποικίλους συνειρμούς– αφορούν στην πόλη της Αθήνας. Πιο συγκεκριμένα, ζητήθηκε από 25 καλλιτέχνες, που ζουν στο εξωτερικό και ποτέ δεν επισκέφθηκαν την Αθήνα, να δημιουργήσουν ένα έργο για αυτήν. Προκειμένου να έχουν αφορμές προσέγγισης της πόλης[6], τους δόθηκε ένα κουτί «ερεθισμάτων», χωρίς ωστόσο καμία εικόνα της Αθήνας. Ειδικότερα, περιείχε τα παρακάτω:

  1. Το ποίημα «Γιασεμί» του Γιώργου Σεφέρη
  2. Δύο κεφάλαια από το βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη Η Αθήνα της μίας διαδρομής
  3. Το τραγούδι «Μια πόλη μαγική» του Μάνου Χατζιδάκι
  4. Το μουσικό κομμάτι «2» του Κωνσταντίνου Βήτα από την ομώνυμη παράσταση
  5. Μια συνταγή για γεμιστά
  6. 12 αρχεία ήχων της πόλης της Αθήνας

Το υλικό βρισκόταν και στη διάθεση του επισκέπτη στην είσοδο της έκθεσης.

Η επιλογή αυτών των «σημείων» της πόλης, με μια πρώτη ανάγνωση, είναι επαρκώς ενδιαφέρουσα, αφενός μεν γιατί φανερώνει τις κατευθύνσεις που ενδιαφέρουν την επιμελητική ομάδα, αφετέρου δε γιατί επιχειρεί να αποτινάξει τις στερεοτυπικές συσχετίσεις με τη συγκεκριμένη πόλη: στέκεται μακριά από τις τυπικές αρχαιολαγνικές ταυτίσεις και ενεργοποιεί μια εκ νέου δυναμική αντιμετώπισης αυτού του εξ-αποστάσεως-εργαστηρίου «έμπνευσης». Επελέγησαν, λοιπόν, 25 και πλέον καλλιτέχνες, που δραστηριοποιούνται σε διάφορα πεδία των εφαρμοσμένων τεχνών και, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια των επιμελητών, έχουν «εμφανείς επιρροές από τη μόδα»[7]. Σε μια δεύτερη ματιά, είναι ευδιάκριτη (όσο, ενδεχομένως και εύλογη) μια αποσπασματικότητα και μια ελαφρότητα, που δεν περνούν απαρατήρητες, ειδικά αν κάποιος παρακολουθήσει και την πορεία και διάρθρωση της έκθεσης με τα έργα που προέκυψαν.

Πιο συγκεκριμένα, οι προσεγγίσεις των καλλιτεχνών –ερμηνείες/μεταφράσεις των ερεθισμάτων που οι επιμελητές πρότειναν– ανταποκρίνονται ιδιότυπα, εντέλει, στο σκεπτικό: στο σύνολό τους τα έργα στέκονται ως απολύτως ελεύθερες μεταφράσεις της ιδέας της Αθήνας, με εμφανές πάντα το ιδίωμα κάθε καλλιτέχνη, όπως π.χ. τα μαγικά κολάζ του Seb Jarnot, οι φωτογραφικές μεταλλάξεις της Amy Friend, τα εντυπωσιακά διαδραστικά έργα της ομάδας Amana, η μινιμαλιστική και τρυφερή φωτογραφική προσέγγιση της Angela Moore.

Συχνά, αυτές οι μεταφράσεις έχουν μια εύλογη ροπή στο να δομούνται πάνω σε στερεότυπα που οι καλλιτέχνες είχαν ήδη σχηματισμένα για την Αθήνα (ίσως για και την Ελλάδα, συνολικότερα), όπως π.χ. το ψηφιακό κολάζ των Craig Redman & Karl Maier, η ευφυής βιντεο-εγκατάσταση του Fernanda Rappa, οι μαγικές εικονογραφήσεις του Tom Radclyffe, ή το χαριτωμένο animation της Emma Löfström.

Προς το τέλος δε, της περιήγησης στην έκθεση, περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη τον επισκέπτη, η βιντεο-εγκατάσταση του φωτογράφου Χρήστου Σαρρή: έκπληξη, καθώς δεν αναφέρεται ή διευκρινίζεται με κάποιον τρόπο πουθενά η συμμετοχή του στην έκθεση και ευχάριστη, γιατί πρόκειται για μια ευφυή καταγραφή σκέψεων σχετικά με την Αθήνα, από Έλληνες άλλων περιοχών, που ποτέ δεν την έχουν επισκεφθεί.

Για τον επισκέπτη, ειδικότερα, υπήρχε στο τέλος της διαδρομής κι ένα αυτοσχέδιο στούντιο, προκειμένου να μπει και το κοινό στη διαδικασία να στήσει το δικό του φωτογραφικό σκηνικό, με αφορμή την πόλη της Αθήνας –πάντα με τη βοήθεια των εξυπηρετικότατων εποπτών της έκθεσης.

Το υλικό τεκμηρίωσης (ένα έντυπο χωρίς εκτενείς αναφορές στα έργα, όσο περισσότερο στο σύνολο της έκθεσης και στο πρόγραμμα δράσεων όλης της διοργάνωσης και διαθέσιμο ψηφιακά επίσης στην ιστοσελίδα της διοργάνωσης) ήταν περιορισμένο, ωστόσο για τον επισκέπτη ήταν πολύ βοηθητική η παρουσία κειμένων για κάθε έργο και βιογραφικών στοιχείων για κάθε καλλιτέχνη μέσα στον εκθεσιακό χώρο.

2. Στιγμιότυπο από τον εκθεσιακό χώρο με έργα του Adam Dix_αριστερά και του Kit Miles Studio_δεξιά

Άποψη του εκθεσιακού χώρου με έργα του Adam Dix (αριστερά) και του Kit Miles Studio (δεξιά)

3. Στιγμιότυπο από τον εκθεσιακό χώρο με έργα του Michael Mann

Άποψη του εκθεσιακού χώρου. Διακρίνονται έργα του Michael Mann

Στρέφοντας κανείς την προσοχή στο σύνολο της έκθεσης και στη δομή της, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει ότι η επιμέλεια έχει πολλές ιδιαιτερότητες, άλλοτε λογικές, άλλοτε, όμως, παράδοξες. Πιο συγκεκριμένα, είναι λογικό για έναν χώρο δύστροπο, σε κακή κατάσταση και με απομεινάρια προηγούμενων χρήσεων και εκθέσεων, να σχηματιστεί μια εκθεσιακή διαδρομή, η οποία λειτούργησε αποτελεσματικά: υπήρχαν πάγκοι για ξεκούραστα διαλείμματα, επαρκής και σαφής σήμανση, ευανάγνωστες λεζάντες τεκμηρίωσης των έργων (σε πολύ μεγάλες διαστάσεις). Αλλά και οι παραδοξότητες δεν έλειπαν: οι λευκές μεταλλικές κατασκευές που στήθηκαν, πάνω στις οποίες αναρτήθηκαν πολλά από τα έργα, ήταν εξαιρετικά μεγάλων διαστάσεων και, παρά την προσπάθεια που έγινε να συμπληρώνονται από τμήματα-διαδρόμους λευκού μουσαμά στο δάπεδο, η απόπειρα εντέλει δεν κατασκεύαζε έναν πιο φιλόξενο χώρο. Μπορεί να υπήρξαν πολλοί και ίσως δικαιολογημένοι οι λόγοι μια τέτοιας επιλογής, αλλά στο σύνολό τους δεν ανέδειξαν τα ίδια τα έργα. Σε άλλες περιπτώσεις, πίσω από ένα έργο υπήρχε π.χ. ένα παράθυρο, ένα καλοριφέρ ή ένας χάρτης της Ελλάδας. Παρότι κανείς αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που έχει το στήσιμο μιας έκθεσης σύγχρονης τέχνης σε έναν χώρο όπως αυτός, σαφώς και δινόταν η εντύπωση ότι το κτήριο εντέλει δεν είχε ληφθεί επαρκώς υπόψη ούτε από τους αρχιτέκτονες που ανέλαβαν το σχεδιασμό, ούτε από τους επιμελητές. Παρουσιάστηκαν έργα κατά τρόπο τέτοιο, ώστε συχνά να φωτίζονται και από το εξωτερικό φως της μέρας, από τα μεγάλα παράθυρα του κτηρίου και η ανά περιπτώσεις αντανάκλαση σε εμπόδιζε να δεις το έργο. Για μια σειρά κατασκευών και δομών, που σαφώς φαίνεται να προέκυψαν με αρκετή μελέτη και υψηλό προϋπολογισμό, οι προσδοκίες –εύλογα υψηλές– δεν ικανοποιούνταν.

Ως προς τις τακτικές και τις στρατηγικές της συγκεκριμένης έκθεσης, σαφώς και είναι πολύ σημαντική η πλαισίωσή της από πολλές και καλά προγραμματισμένες δράσεις, πολύμορφη και καλοδομημένη προβολή[8]. Ορισμένες δράσεις διατήρησαν τη λογική της διαδραστικότητας και της εμπλοκής με την πόλη σε επαρκές επίπεδο, όπως π.χ. οι «Αόρατες Διαδρομές» σε συνεργασία με το περιοδικό «Σχεδία», η «Αθήνα των Περιηγητών» σχετικά με περιηγητές προηγούμενων αιώνων, καθώς και όλα τα εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά (μεταξοτυπίας, animation κ.ά.). Άλλες ήταν πιο επιφανειακού χαρακτήρα και πιο ψυχαγωγικής λογικής: το «Φτιάξε το δικό σου ‘βρώμικο’» ή το «Bike Cities: Ποδηλατικές διαδρομές στην Αθήνα που οδηγούν στην έκθεση Strange Cities», θυμίζουν μια προσέγγιση της πόλης τουριστική, που ψηλαφεί μεν ευχάριστα, όμως δεν αγγίζει ουσιαστικά το χαρακτήρα της Αθήνας.

Εντέλει, υπήρξε περισσότερο εμφανής μια εξωραϊστική διάθεση στην προσέγγιση της πόλης, παρά μια προσέγγιση διεισδυτική στην ουσία της. Αυτό το χαρακτηριστικό, καθόλου κακό σε επίπεδο αρχικών προθέσεων, μοιάζει ωστόσο ακατάλληλο και αταίριαστο με τη δεδομένη χρονική περίοδο για τη συγκεκριμένη πόλη, που στέκεται όντως ‘παράξενη’, απέναντι στην παρούσα πραγματικότητα, έχοντας και πολλές ανοιχτές πολιτισμικές και κοινωνικές πληγές.

Δεν είναι, φυσικά, υποχρεωτικό, οι πληγές μιας πόλης να διαφαίνονται μέσα από εκθέσεις εφαρμοσμένων τεχνών. Από την άλλη όμως, δε γίνεται και να κρύβονται «κάτω από το χαλί», με τον εξωραϊσμό ενός ορόφου, στη Διπλάρειο Σχολή, σε μια γειτονιά όπως η πλατεία Θεάτρου (που έχει τη δική της εντελώς διαφορετική ζωή και τον ιδιότυπο χαρακτήρα), μέσα από τη γνώριμη και προβλέψιμη λογική του gentrification στο κέντρο της Αθήνας.

Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών υποστηρίζει την καλλιτεχνική δημιουργία και αυτό ήταν, είναι και θα παραμείνει από μόνο του εξαιρετικά σημαντικό, σπουδαίο και αναγκαίο. Εντούτοις, ίσως είναι σκόπιμο, τα κριτήρια κάθε καλλιτεχνικής παρέμβασης που αναλαμβάνει, ειδικά όταν αυτή στρέφεται στον περίπλοκο αστικό και πολιτισμικό χαρακτήρα μιας πόλης και σε συγκεκριμένες εποχές, να είναι επικεντρωμένα και σε άλλα δεδομένα της πραγματικότητας. Έτσι, θα μπορεί πραγματικά να προσφέρει στην πόλη ουσιαστικά και όχι αποσπασματικά και να επιβεβαιώνει την χορηγική της δράση με μεγαλύτερη διεισδυτικότητα «για την κοινή εμπειρία που λέγεται πόλη», παραθέτοντας τα εύστοχα λόγια της Αφροδίτης Παναγιωτάκου από το χαιρετισμό της στο έντυπο της έκθεσης[9].

Αρετή Λεοπούλου [leopareti@gmail.com]

Ιστορικός τέχνης – Επιμελήτρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη)

 

[1] Πληροφοριακό υλικό στο website της ΣΓΤ: http://www.sgt.gr/gr/programme/event/1834 (Πρόσβαση: 27/05/2015)

[2] Πρβ. και http://www.diplareios.edu.gr/ (Πρόσβαση: 27/05/2015)

[3] Άρθρο της Zoë Lescaze, “Documenta 14 Will Be Held in Athens and Kassel”, ARTnews (online), 06/10/2014: http://www.artnews.com/2014/10/06/documenta-14-will-be-held-in-athens-and-kassel/ (Πρόσβαση: 27/05/2015)

[4] Αρκεί να θυμηθεί κανείς τα διοικητικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα του ΕΜΣΤ μέσα στο χειμώνα του 2014-15 (πρβ. και «Ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στο Δ.Σ του ΕΜΣΤ και την Διευθύντρια Αννα Καφέτση», Το Βήμα, 15/10/2014: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=641549 και Δημήτρης Ρηγόπουλος, «Θα χάσει το ραντεβού και με το 2015 το ΕΜΣΤ;», Καθημερινή, 05/06/2015: http://www.kathimerini.gr/818031/article/politismos/eikastika/8a-xasei-to-rantevoy-kai-me-to-2015-to-emst) ή όσα προέκυψαν μέσα από αλλαγές κυβερνήσεων/υπουργών τον τελευταίο χρόνο, πρβ. και Άντζελα Δημητρακάκη, «Αριστερά και σύγχρονη τέχνη: Προς έναν δημόσιο διάλογο για την ‘πρώτη φορά’», Popaganda.gr, 21.05.2015: http://popaganda.gr/aristera-ke-sigchroni-techni-pros-enan-dimosio-dialogo-gia-tin-proti-fora/ (Πρόσβαση: 22/05/2015)

[5] Πρβ. και το website τους http://www.double-decker.org.uk/profile/

[6] «Ένα κουτί έμπνευσης στάλθηκε στους καλλιτέχνες αυτούς με σκοπό να αφυπνίσει τη φαντασία τους και να την κατευθύνει στους δρόμους μιας πόλης, που κανένας τους δεν έχει δει, αλλά όλοι φέρουν στο φαντασιακό τους» και έντυπο έκθεσης “Η Στέγη στην πλατεία Θεάτρου, Strange Cities: Athens”, 20/04-20/06/2015, Ίδρυμα Ωνάση/Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (χωρίς σελιδαρίθμηση)

[7] Ό.π., έντυπο έκθεσης “Η Στέγη στην πλατεία Θεάτρου, Strange Cities: Athens”

[8] Είναι χαρακτηριστική, της επιτυχημένης προβολής, η πληθώρα εικόνων και πληροφοριών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά την έκθεση και τις δράσεις της π.χ. με τη χρήση του hashtag #ΙΙΕΚ ΔΙΠΛΑΡΕΙΟΣ, π.χ.: https://instagram.com/explore/locations/436607558/ (Πρόσβαση: 21/08/2015)

[9] Πρβ. και πρώτη σελίδα στο έντυπο έκθεσης “Η Στέγη στην πλατεία Θεάτρου, Strange Cities: Athens”, 20/04-20/06/2015, Ίδρυμα Ωνάση/Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (χωρίς σελιδαρίθμηση)