Category Archives: ΕΚΘΕΣΕΙΣ [*blogging]

Strange Cities: Athens #sgt #ExhibitionReview

Παράξενες πόλεις: Αθήνα

20 Απριλίου – 28 Ιουνίου 2015

Διπλάρειος Σχολή (πλ. Θεάτρου 3)

1. H Διπλάρειος Σχολή από την οδό Θεάτρου

H Διπλάρειος Σχολή από την οδό Θεάτρου

 

Αν κάτι έχει ενδιαφέρον στις εκθέσεις που πλέον πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, είναι σαφώς η –σχεδόν αναπόφευκτη πια– πολυσήμαντη κριτική προσέγγιση που επιβάλλουν. Ίσως επειδή οι καιροί είναι ιδιαίτεροι, ίσως επειδή οι συνθήκες και οι υπάρχουσες δομές είναι ιδιότυπες.

Η έκθεση «Παράξενες πόλεις: Αθήνα» (“Strange Cities: Athens”)[1] διοργανώθηκε από τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση στη Διπλάρειο Σχολή[2].

Έχοντας ήδη γνωστοποιηθεί ότι η Αθήνα θα (συν)υπάρξει έδρα της Ντοκουμέντα του Κάσσελ (“Documenta 14: Learning From Athens”[3]) το 2017, είναι σαφές ότι η πόλη αυτή πλέον αποτελεί ένα καίριο γεωγραφικό και πολιτισμικό σημείο διεθνούς ενδιαφέροντος, στοιχείο που μόνο καλό μπορεί να θεωρηθεί.

Την ίδια αυτή περίοδο στη χώρα έχουν προκύψει πολύμορφα ζητήματα πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης σε πολιτιστικούς φορείς, ιδρύματα, μουσεία και οργανισμούς που σχετίζονται με τη σύγχρονη εικαστική σκηνή[4]· για το λόγο αυτό, εκθέσεις όπως οι «Παράξενες Πόλεις: Αθήνα», απαιτούν διττή προσέγγιση, προκειμένου κανείς να είναι δίκαιος και αντικειμενικός απέναντι σε έργα, καλλιτέχνες, αλλά και επιμελητές, συνεργάτες., διοργανωτές. Για το λόγο αυτό, η κριτική αυτής της έκθεσης δεν είναι μία, αλλά στην ουσία δύο: μία προσέγγιση αφορά στα έργα, στο στήσιμο, στη διαχείριση του πεδίου της έκθεσης καθαυτής, ενώ μια δεύτερη αφορά στη διαχείριση της έκθεσης, εντός των συνθηκών της πόλης στην οποία και αναφέρεται.

Η επιμελητική ομάδα Double Decker (Wilhelm Finger, Μελίτα Σκαμνάκη) με έδρα το Λονδίνο, με διεθνή και εδραιωμένη δραστηριοποίηση στο πεδίο των εφαρμοσμένων, κυρίως, τεχνών[5], αποφάσισε να ενεργοποιήσει ένα ενδιαφέρον σκεπτικό, αρχαιολογικής-ανθρωπολογικής βάσης και λογικής: χρησιμοποίησε ‘σπαράγματα’ πολιτισμού, τα οποία –με ποικίλους συνειρμούς– αφορούν στην πόλη της Αθήνας. Πιο συγκεκριμένα, ζητήθηκε από 25 καλλιτέχνες, που ζουν στο εξωτερικό και ποτέ δεν επισκέφθηκαν την Αθήνα, να δημιουργήσουν ένα έργο για αυτήν. Προκειμένου να έχουν αφορμές προσέγγισης της πόλης[6], τους δόθηκε ένα κουτί «ερεθισμάτων», χωρίς ωστόσο καμία εικόνα της Αθήνας. Ειδικότερα, περιείχε τα παρακάτω:

  1. Το ποίημα «Γιασεμί» του Γιώργου Σεφέρη
  2. Δύο κεφάλαια από το βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη Η Αθήνα της μίας διαδρομής
  3. Το τραγούδι «Μια πόλη μαγική» του Μάνου Χατζιδάκι
  4. Το μουσικό κομμάτι «2» του Κωνσταντίνου Βήτα από την ομώνυμη παράσταση
  5. Μια συνταγή για γεμιστά
  6. 12 αρχεία ήχων της πόλης της Αθήνας

Το υλικό βρισκόταν και στη διάθεση του επισκέπτη στην είσοδο της έκθεσης.

Η επιλογή αυτών των «σημείων» της πόλης, με μια πρώτη ανάγνωση, είναι επαρκώς ενδιαφέρουσα, αφενός μεν γιατί φανερώνει τις κατευθύνσεις που ενδιαφέρουν την επιμελητική ομάδα, αφετέρου δε γιατί επιχειρεί να αποτινάξει τις στερεοτυπικές συσχετίσεις με τη συγκεκριμένη πόλη: στέκεται μακριά από τις τυπικές αρχαιολαγνικές ταυτίσεις και ενεργοποιεί μια εκ νέου δυναμική αντιμετώπισης αυτού του εξ-αποστάσεως-εργαστηρίου «έμπνευσης». Επελέγησαν, λοιπόν, 25 και πλέον καλλιτέχνες, που δραστηριοποιούνται σε διάφορα πεδία των εφαρμοσμένων τεχνών και, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια των επιμελητών, έχουν «εμφανείς επιρροές από τη μόδα»[7]. Σε μια δεύτερη ματιά, είναι ευδιάκριτη (όσο, ενδεχομένως και εύλογη) μια αποσπασματικότητα και μια ελαφρότητα, που δεν περνούν απαρατήρητες, ειδικά αν κάποιος παρακολουθήσει και την πορεία και διάρθρωση της έκθεσης με τα έργα που προέκυψαν.

Πιο συγκεκριμένα, οι προσεγγίσεις των καλλιτεχνών –ερμηνείες/μεταφράσεις των ερεθισμάτων που οι επιμελητές πρότειναν– ανταποκρίνονται ιδιότυπα, εντέλει, στο σκεπτικό: στο σύνολό τους τα έργα στέκονται ως απολύτως ελεύθερες μεταφράσεις της ιδέας της Αθήνας, με εμφανές πάντα το ιδίωμα κάθε καλλιτέχνη, όπως π.χ. τα μαγικά κολάζ του Seb Jarnot, οι φωτογραφικές μεταλλάξεις της Amy Friend, τα εντυπωσιακά διαδραστικά έργα της ομάδας Amana, η μινιμαλιστική και τρυφερή φωτογραφική προσέγγιση της Angela Moore.

Συχνά, αυτές οι μεταφράσεις έχουν μια εύλογη ροπή στο να δομούνται πάνω σε στερεότυπα που οι καλλιτέχνες είχαν ήδη σχηματισμένα για την Αθήνα (ίσως για και την Ελλάδα, συνολικότερα), όπως π.χ. το ψηφιακό κολάζ των Craig Redman & Karl Maier, η ευφυής βιντεο-εγκατάσταση του Fernanda Rappa, οι μαγικές εικονογραφήσεις του Tom Radclyffe, ή το χαριτωμένο animation της Emma Löfström.

Προς το τέλος δε, της περιήγησης στην έκθεση, περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη τον επισκέπτη, η βιντεο-εγκατάσταση του φωτογράφου Χρήστου Σαρρή: έκπληξη, καθώς δεν αναφέρεται ή διευκρινίζεται με κάποιον τρόπο πουθενά η συμμετοχή του στην έκθεση και ευχάριστη, γιατί πρόκειται για μια ευφυή καταγραφή σκέψεων σχετικά με την Αθήνα, από Έλληνες άλλων περιοχών, που ποτέ δεν την έχουν επισκεφθεί.

Για τον επισκέπτη, ειδικότερα, υπήρχε στο τέλος της διαδρομής κι ένα αυτοσχέδιο στούντιο, προκειμένου να μπει και το κοινό στη διαδικασία να στήσει το δικό του φωτογραφικό σκηνικό, με αφορμή την πόλη της Αθήνας –πάντα με τη βοήθεια των εξυπηρετικότατων εποπτών της έκθεσης.

Το υλικό τεκμηρίωσης (ένα έντυπο χωρίς εκτενείς αναφορές στα έργα, όσο περισσότερο στο σύνολο της έκθεσης και στο πρόγραμμα δράσεων όλης της διοργάνωσης και διαθέσιμο ψηφιακά επίσης στην ιστοσελίδα της διοργάνωσης) ήταν περιορισμένο, ωστόσο για τον επισκέπτη ήταν πολύ βοηθητική η παρουσία κειμένων για κάθε έργο και βιογραφικών στοιχείων για κάθε καλλιτέχνη μέσα στον εκθεσιακό χώρο.

2. Στιγμιότυπο από τον εκθεσιακό χώρο με έργα του Adam Dix_αριστερά και του Kit Miles Studio_δεξιά

Άποψη του εκθεσιακού χώρου με έργα του Adam Dix (αριστερά) και του Kit Miles Studio (δεξιά)

3. Στιγμιότυπο από τον εκθεσιακό χώρο με έργα του Michael Mann

Άποψη του εκθεσιακού χώρου. Διακρίνονται έργα του Michael Mann

Στρέφοντας κανείς την προσοχή στο σύνολο της έκθεσης και στη δομή της, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει ότι η επιμέλεια έχει πολλές ιδιαιτερότητες, άλλοτε λογικές, άλλοτε, όμως, παράδοξες. Πιο συγκεκριμένα, είναι λογικό για έναν χώρο δύστροπο, σε κακή κατάσταση και με απομεινάρια προηγούμενων χρήσεων και εκθέσεων, να σχηματιστεί μια εκθεσιακή διαδρομή, η οποία λειτούργησε αποτελεσματικά: υπήρχαν πάγκοι για ξεκούραστα διαλείμματα, επαρκής και σαφής σήμανση, ευανάγνωστες λεζάντες τεκμηρίωσης των έργων (σε πολύ μεγάλες διαστάσεις). Αλλά και οι παραδοξότητες δεν έλειπαν: οι λευκές μεταλλικές κατασκευές που στήθηκαν, πάνω στις οποίες αναρτήθηκαν πολλά από τα έργα, ήταν εξαιρετικά μεγάλων διαστάσεων και, παρά την προσπάθεια που έγινε να συμπληρώνονται από τμήματα-διαδρόμους λευκού μουσαμά στο δάπεδο, η απόπειρα εντέλει δεν κατασκεύαζε έναν πιο φιλόξενο χώρο. Μπορεί να υπήρξαν πολλοί και ίσως δικαιολογημένοι οι λόγοι μια τέτοιας επιλογής, αλλά στο σύνολό τους δεν ανέδειξαν τα ίδια τα έργα. Σε άλλες περιπτώσεις, πίσω από ένα έργο υπήρχε π.χ. ένα παράθυρο, ένα καλοριφέρ ή ένας χάρτης της Ελλάδας. Παρότι κανείς αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που έχει το στήσιμο μιας έκθεσης σύγχρονης τέχνης σε έναν χώρο όπως αυτός, σαφώς και δινόταν η εντύπωση ότι το κτήριο εντέλει δεν είχε ληφθεί επαρκώς υπόψη ούτε από τους αρχιτέκτονες που ανέλαβαν το σχεδιασμό, ούτε από τους επιμελητές. Παρουσιάστηκαν έργα κατά τρόπο τέτοιο, ώστε συχνά να φωτίζονται και από το εξωτερικό φως της μέρας, από τα μεγάλα παράθυρα του κτηρίου και η ανά περιπτώσεις αντανάκλαση σε εμπόδιζε να δεις το έργο. Για μια σειρά κατασκευών και δομών, που σαφώς φαίνεται να προέκυψαν με αρκετή μελέτη και υψηλό προϋπολογισμό, οι προσδοκίες –εύλογα υψηλές– δεν ικανοποιούνταν.

Ως προς τις τακτικές και τις στρατηγικές της συγκεκριμένης έκθεσης, σαφώς και είναι πολύ σημαντική η πλαισίωσή της από πολλές και καλά προγραμματισμένες δράσεις, πολύμορφη και καλοδομημένη προβολή[8]. Ορισμένες δράσεις διατήρησαν τη λογική της διαδραστικότητας και της εμπλοκής με την πόλη σε επαρκές επίπεδο, όπως π.χ. οι «Αόρατες Διαδρομές» σε συνεργασία με το περιοδικό «Σχεδία», η «Αθήνα των Περιηγητών» σχετικά με περιηγητές προηγούμενων αιώνων, καθώς και όλα τα εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά (μεταξοτυπίας, animation κ.ά.). Άλλες ήταν πιο επιφανειακού χαρακτήρα και πιο ψυχαγωγικής λογικής: το «Φτιάξε το δικό σου ‘βρώμικο’» ή το «Bike Cities: Ποδηλατικές διαδρομές στην Αθήνα που οδηγούν στην έκθεση Strange Cities», θυμίζουν μια προσέγγιση της πόλης τουριστική, που ψηλαφεί μεν ευχάριστα, όμως δεν αγγίζει ουσιαστικά το χαρακτήρα της Αθήνας.

Εντέλει, υπήρξε περισσότερο εμφανής μια εξωραϊστική διάθεση στην προσέγγιση της πόλης, παρά μια προσέγγιση διεισδυτική στην ουσία της. Αυτό το χαρακτηριστικό, καθόλου κακό σε επίπεδο αρχικών προθέσεων, μοιάζει ωστόσο ακατάλληλο και αταίριαστο με τη δεδομένη χρονική περίοδο για τη συγκεκριμένη πόλη, που στέκεται όντως ‘παράξενη’, απέναντι στην παρούσα πραγματικότητα, έχοντας και πολλές ανοιχτές πολιτισμικές και κοινωνικές πληγές.

Δεν είναι, φυσικά, υποχρεωτικό, οι πληγές μιας πόλης να διαφαίνονται μέσα από εκθέσεις εφαρμοσμένων τεχνών. Από την άλλη όμως, δε γίνεται και να κρύβονται «κάτω από το χαλί», με τον εξωραϊσμό ενός ορόφου, στη Διπλάρειο Σχολή, σε μια γειτονιά όπως η πλατεία Θεάτρου (που έχει τη δική της εντελώς διαφορετική ζωή και τον ιδιότυπο χαρακτήρα), μέσα από τη γνώριμη και προβλέψιμη λογική του gentrification στο κέντρο της Αθήνας.

Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών υποστηρίζει την καλλιτεχνική δημιουργία και αυτό ήταν, είναι και θα παραμείνει από μόνο του εξαιρετικά σημαντικό, σπουδαίο και αναγκαίο. Εντούτοις, ίσως είναι σκόπιμο, τα κριτήρια κάθε καλλιτεχνικής παρέμβασης που αναλαμβάνει, ειδικά όταν αυτή στρέφεται στον περίπλοκο αστικό και πολιτισμικό χαρακτήρα μιας πόλης και σε συγκεκριμένες εποχές, να είναι επικεντρωμένα και σε άλλα δεδομένα της πραγματικότητας. Έτσι, θα μπορεί πραγματικά να προσφέρει στην πόλη ουσιαστικά και όχι αποσπασματικά και να επιβεβαιώνει την χορηγική της δράση με μεγαλύτερη διεισδυτικότητα «για την κοινή εμπειρία που λέγεται πόλη», παραθέτοντας τα εύστοχα λόγια της Αφροδίτης Παναγιωτάκου από το χαιρετισμό της στο έντυπο της έκθεσης[9].

Αρετή Λεοπούλου [leopareti@gmail.com]

Ιστορικός τέχνης – Επιμελήτρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη)

 

[1] Πληροφοριακό υλικό στο website της ΣΓΤ: http://www.sgt.gr/gr/programme/event/1834 (Πρόσβαση: 27/05/2015)

[2] Πρβ. και http://www.diplareios.edu.gr/ (Πρόσβαση: 27/05/2015)

[3] Άρθρο της Zoë Lescaze, “Documenta 14 Will Be Held in Athens and Kassel”, ARTnews (online), 06/10/2014: http://www.artnews.com/2014/10/06/documenta-14-will-be-held-in-athens-and-kassel/ (Πρόσβαση: 27/05/2015)

[4] Αρκεί να θυμηθεί κανείς τα διοικητικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα του ΕΜΣΤ μέσα στο χειμώνα του 2014-15 (πρβ. και «Ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στο Δ.Σ του ΕΜΣΤ και την Διευθύντρια Αννα Καφέτση», Το Βήμα, 15/10/2014: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=641549 και Δημήτρης Ρηγόπουλος, «Θα χάσει το ραντεβού και με το 2015 το ΕΜΣΤ;», Καθημερινή, 05/06/2015: http://www.kathimerini.gr/818031/article/politismos/eikastika/8a-xasei-to-rantevoy-kai-me-to-2015-to-emst) ή όσα προέκυψαν μέσα από αλλαγές κυβερνήσεων/υπουργών τον τελευταίο χρόνο, πρβ. και Άντζελα Δημητρακάκη, «Αριστερά και σύγχρονη τέχνη: Προς έναν δημόσιο διάλογο για την ‘πρώτη φορά’», Popaganda.gr, 21.05.2015: http://popaganda.gr/aristera-ke-sigchroni-techni-pros-enan-dimosio-dialogo-gia-tin-proti-fora/ (Πρόσβαση: 22/05/2015)

[5] Πρβ. και το website τους http://www.double-decker.org.uk/profile/

[6] «Ένα κουτί έμπνευσης στάλθηκε στους καλλιτέχνες αυτούς με σκοπό να αφυπνίσει τη φαντασία τους και να την κατευθύνει στους δρόμους μιας πόλης, που κανένας τους δεν έχει δει, αλλά όλοι φέρουν στο φαντασιακό τους» και έντυπο έκθεσης “Η Στέγη στην πλατεία Θεάτρου, Strange Cities: Athens”, 20/04-20/06/2015, Ίδρυμα Ωνάση/Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (χωρίς σελιδαρίθμηση)

[7] Ό.π., έντυπο έκθεσης “Η Στέγη στην πλατεία Θεάτρου, Strange Cities: Athens”

[8] Είναι χαρακτηριστική, της επιτυχημένης προβολής, η πληθώρα εικόνων και πληροφοριών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά την έκθεση και τις δράσεις της π.χ. με τη χρήση του hashtag #ΙΙΕΚ ΔΙΠΛΑΡΕΙΟΣ, π.χ.: https://instagram.com/explore/locations/436607558/ (Πρόσβαση: 21/08/2015)

[9] Πρβ. και πρώτη σελίδα στο έντυπο έκθεσης “Η Στέγη στην πλατεία Θεάτρου, Strange Cities: Athens”, 20/04-20/06/2015, Ίδρυμα Ωνάση/Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (χωρίς σελιδαρίθμηση)

Advertisements

Σχετικά με την έκθεση «Strange beauty: Masters of the German Renaissance», The National Gallery (Λονδίνο, 19/2-11/5/2014)

Strange beauty: Masters of the German Renaissance

Sainsbury Wing, The National Gallery, London

19th February – 11th May 2014

     http://www.nationalgallery.org.uk/whats-on/exhibitions/strange-beauty

Η έκθεση για τη Γερμανική Αναγέννηση στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου (19 Φεβρουαρίου – 11 Μαϊου 2014) αποτελεί, κατά μια εκδοχή, προάγγελλο της μεγάλης έκθεσης, που θα γίνει στον ίδιο χώρο, με 50 έργα του Πάολο Βερονέζε (1528-1588), το Μάρτιο του 2014. Με τη φιλοδοξία να συμβάλει στην επανεκτίμηση της πολιτιστικής και καλλιτεχνικής αφύπνισης που εξαπλώθηκε σε όλη τη Βόρεια Ευρώπη στον 15ο και 16ο αιώνα, η έκθεση παρουσιάζει 30 και πλέον έργα τα οποία προέρχονται κυρίως από τη συλλογή της Πινακοθήκης του Λονδίνου και μερικές άλλες του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο επίκεντρο βρίσκονται διάσημοι καλλιτέχνες της εποχής: Χανς Χόλμπαϊν ο Νεότερος (1497-1543), Άλμπρεχτ Ντύρερ (1471-1528), Λουκά Κράναχ, ο Πρεσβύτερος (1472–1553) – μορφές που συνέβαλαν με το έργο τους στην υποστήριξη και καθιέρωση της Θρησκευτικής Μεταρρύθμισης στο γερμανόφωνο βορρά.

Γύρω τους αναπτύσσονται, μεταξύ άλλων, έργα αντιπροσωπευτικά του εκφραστικού και έντονου ύφους της τέχνης της Κεντρικής Ευρώπης: το σχέδιο του Mατίας Γκρύνεβαλντ «Ηλικιωμένη γυναίκα με ενωμένα τα χέρια» (Μουσείο Ashmolean , Οξφόρδη), η φημισμένη μικρογραφία «Ανν της Κλεβ» του Χόλμπαϊν (Victoria & Albert Museum, Λονδίνο), οι «Πρέσβεις», επίσης του Χόλμπαϊν, το «Πορτραίτο νέου με κομπολόι» του Χανς Μπάλντουνγκ Γκρίεν (Royal Collection Trust on behalf of Her Majesty the Queen) και μια συλλογή με αντιπροσωπευτικά σχέδια και χαρακτικά των Χόλμπαϊν, Ντύρερ, Άλτντορφερ (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο).

Ηighlight της έκθεσης αποτελεί η ανακατασκευή του αριστουργήματος του Liesborn, το οποίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά. Το έργο δημιουργήθηκε μετά το 1465 και αρχικά αποτελούσε ένα περίτεχνο πολύπτυχο, αγνώστου ζωγράφου (Master of Liesborn), που διακοσμούσε το Αββαείο των Βενεδεκτίνων μοναχών στο Liesborn της Γερμανίας. Το 1803, με τη δήμευση της περιουσίας της Μονής από τους Γάλλους, διαμελίστηκε σε κομμάτια που πουλήθηκαν σε όλο τον κόσμο –οκτώ μόνο παραμένουν στην Πινακοθήκη του Λονδίνου, ως μέρος της Συλλογής Krüger. Τώρα, για πρώτη φορά, οι επισκέπτες είναι σε θέση να δουν σε αναπαράσταση ολόκληρο το πολύπτυχο, που διακοσμούσε το βωμό, στην αρχική του μορφή, όπως δημιουργήθηκε κατά τον 15ο αιώνα.

Τα έργα της έκθεσης τοποθετούνται με την ίδια διάταξη, όπως ακριβώς παρουσιάστηκαν και αποτέλεσαν αντικείμενο θαυμασμού, το 1824, όταν ιδρύθηκε η Πινακοθήκη: ανάμεσα σε έργα ζωγράφων της Ιταλικής Αναγέννησης, συγχρόνων του Ραφαήλ, και σε τοπία Ολλανδών ζωγράφων. Η έκθεση προδιαθέτει και προκαλεί τον διεθνή επισκέπτη της να γνωρίσει την Aναγέννηση στη Γερμανία, τον καλεί να σκύψει πάνω στα έργα και να ανακαλύψει την τεχνική αρτιότητα των σχεδίων και χαρακτικών, την έκφραση και την ευρηματικότητα, στοιχεία καθοριστικά που έτυχαν μεγάλης αναγνώρισης στην εποχή τους. Κατά τον 17ο αιώνα, το ενδιαφέρον για τα έργα αυτά υποχωρεί. Επανέρχεται τον 19ο και τον 20ό αιώνα, όταν επανεκτιμάται η ποιότητα των έργων και η Γερμανική Αναγέννηση θεωρείται έκφραση της γερμανικής ταυτότητας. Στον αντίποδα βρίσκονται οι αρνητές των ανωτέρω απόψεων, οι οποίοι χαρακτήρισαν τα έργα άσχημα και υπεροβολικά, παγωμένα και ψυχρά, προβαίνοντας σε μια αναπόφευκτη σύγκριση με αντίστοιχα της Ιταλικής Αναγέννησης.

Ας σημειωθεί, ότι οι απόψεις περί κατωτερότητας  της Γερμανικής Αναγέννησης επηρέασαν  σε σημαντικό βαθμό την  πολιτική της  Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου, με αποτέλεσμα το 1856 να προχωρήσει –για πρώτη και μοναδική φορά– σε πώληση μέρους της συλλογής Krüger,  που είχε αγοράσει το 1854, με το σκεπτικό ότι δεν ταίριαζαν με το επίπεδο των συλλογών της. Στην έκθεση παρουσιάζονται τα σχετικά με την πώληση έγγραφα, κάτι που δεν συνηθίζει να δείχνει η Πινακοθήκη. Επιπλέον, εξαιτίας της μετατόπισης της στάσης του Ηνωμένου Βασιλείου προς το γερμανικό εθνος, μετά τον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η “αντιπάθεια” για τα έργα αυτά επιδεινώθηκε και περιορίστηκαν στο ελάχιστο οι αγορές από διεθνείς δημοπρασίες έργων Γερμανικής Αναγέννησης για τον εμπλουτισμό των συλλογών του Ηνωμένου Βασιλείου.

E. Papoulia

evangelia.papoulia@courtauld.ac.uk