*Μερικές σκέψεις με αφορμή τις εργασίες του συνεδρίου #MuseumNext (Λονδίνο, 18-20/06/2018)

«[…] Το μουσείο είναι ένας θεσμός που συλλέγει, καταγράφει, συντηρεί, εκθέτει και ερμηνεύει υλικές μαρτυρίες και σχετιζόμενα δεδομένα προς δημόσιο όφελος».[https://www.museumsassociation.org/about/frequently-asked-questions]

RoyalGeographicalSociety_MuseumNext

To MuseumNext, συνεδριακή πλατφόρμα με αντικείμενο ενδιαφέροντος τον κόσμο των μουσείων και τις πρακτικές που υιοθετούνται από όσους εργάζονται σε αυτά ή δραστηριοποιούνται (επαγγελματικά κατά κύριο λόγο) στο ευρύτερο πεδίο του πολιτισμού, ολοκλήρωσε πριν λίγες μέρες τον κύκλο των εργασιών του στο Λονδίνο. Είχε προηγηθεί ένα αντίστοιχο τριήμερο στο Μπρισμπέιν τον Μάρτιο του 2018 ενώ πρόκειται να ακολουθήσουν άλλοι δύο κύκλοι σχετικών συνεδριακών εργασιών για το MuseumNext εντός του έτους, με προσαρμοσμένες θεματικές και διαφορετικούς ομιλητές, στο Άμστερνταμ και στη Νέα Υόρκη.

Πρόκειται για ένα συνέδριο που κατά κύριο λόγο εστιάζει στην παρουσίαση “hands on” παραδειγμάτων μουσειακών (κατά κανόνα) πρακτικών ανά τον κόσμο, οργανωμένων γύρω από εντελώς χαλαρές θεματικές – για παράδειγμα, ο θεματικός τίτλος των εργασιών του Λονδίνου ήταν “Disruptions” (δεν μπορώ ωστόσο με βεβαιότητα να πω ότι αντιλήφθηκα πώς αυτός σχετιζόταν εντέλει με τις περισσότερες παρουσιάσεις). Στην πραγματικότητα βέβαια, είναι το ίδιο το συνέδριο που, κατά την άποψή μου, συγκροτεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και παραδειγματική μελέτη περίπτωσης σε σχέση τόσο με ό,τι αφορά στενά το πεδίο της «βιομηχανίας» διοργάνωσης συνεδρίων, εντός και εκτός Βρετανίας, όσο και αναφορικά με τις τρέχουσες τάσεις, τις υπό διαμόρφωση προτεραιότητες και τις διαφορετικές εκφάνσεις της πολιτιστικής βιομηχανίας ευρύτερα.

Μετρώντας ήδη δέκα χρόνια δραστηριότητας, το MuseumNext προέκυψε από τη συνεργασία των Jim Richardson και Nina Simon. Για τον πρώτο η συγκεκριμένη συνεδριακή πλατφόρμα αποτελεί πεδίο αποκλειστικής επαγγελματικής απασχόλησης, σε συνδυσμό με τη δραστηριοποίησή του στο πεδίο της συμβουλευτικής μουσειακών οργανισμών ή εταιρειών ψηφιακής τεχνολογίας. Η Simon από την άλλη (με πτυχίο ηλεκτρολόγου μηχανικού και μαθηματικών) είναι η επιτυχημένη διευθύντρια του Santa Cruz Museum of Art and History (MAH), ενεργή και επιδραστική blogger επίσης, με αντικείμενο τόσο της ερευνητικής/συγγραφικής της δραστηριότητας όσο και της στενά επαγγελματικής της πρακτικής, το θέμα της συμμετοχικότητας, με έμφαση στα μουσεία. Αν, όπως παραπάνω ανέφερα, είναι δύσκολο ενδεχομένως να αντιστοιχίσει κανείς τις ομιλίες κάθε διοργάνωσης του MuseumNext με τις επιμέρους προτεινόμενες θεματικές τους, μπορεί σίγουρα σταθερά να αναγνωρίσει την επίδραση της συμμετοχικότητας, της «ιδέας-ομπρέλας» δηλαδή, όπως προτάθηκε και συζητήθηκε ήδη από το 2010 στο βιβλίο της Simon, The Participatory Museum.

Στην ίδια αυτή βάση της ιδέας της συμμετοχικότητας εξάλλου εδράζεται και τις ίδιες λίγο-πολύ ιδέες εξελίσσει, και το νέο της project, μια διεθνής πρωτοβουλία με τίτλο OFBYFOR ALL, το οποίο απευθύνεται σε μουσειακούς και άλλους κοινωφελούς χαρακτήρα οργανισμούς. Η παρουσίασή του άνοιξε το διήμερο των παρουσιάσεων του MuseumNext, με την έμπειρη και άνετη Simon ως keynote ομιλήτρια. Αυτή τη φορά η Simon μίλησε για μια διεθνή πρωτοβουλία, ένα διεθνές κίνημα συμμετοχικότητας με κοινά προτεινόμενα εργαλεία που θα επιτύχουν να συνδέσουν τα μουσεία με τις κοινότητες (museums of, by, and for all), αναφερόμενη ακριβώς σε παραδείγματα από την δεξαμενή δράσεων του Santa Cruz Museum of Art and History.

Την ιδέα της συμμετοχικότητας έθιξαν την ίδια ημέρα αρκετές ακόμη παρουσιάσεις – διαφορετικές οπτικές, ενθουσιώδεις ομιλητές. Θα σταθώ σε εκείνη που μου φάνηκε η πιο ενδιαφέρουσα αλλά και η ειλικρινέστερη ίσως –η εισηγήτρια της ιδέας εξήγησε μάλιστα ότι κάνει και δεύτερη δουλειά για να καταφέρει να την υποστηρίξει. Σε μια δύσκολη για μια μαύρη νεαρή γυναίκα πόλη, όπως μέχρι σήμερα παραμένει η Ατλάντα, η Nedra Deadwyler παρουσίασε το εγχείρημά της, την ομάδα δηλαδή που συγκρότησε και με την οποία διοργανώνει διαδρομές με ποδήλατο στην πόλη της, επικεντρώνοντας αφενός στα μνημεία και τα δημόσια κτήρια που αφηγούνται την ιστορία του αστικού τοπίου και επιδιώκοντας αφετέρου να μετατοπίσει την συζήτηση σε σημεία περισσότερο “άβολα”, τα οποία η συλλογική μνήμη δεν έχει αφομοιώσει με ανάλογο τρόπο. Η ομάδα της, οι Civic Bikes, επιχειρούν να δημιουργήσουν και να τονώσουν ένα διαφορετικό αίσθημα συλλογικότητας ενώ επιλέγουν να λειτουργήσουν ως βήμα, κατά τη διάρκεια των διαδρομών τους, εκείνων ακριβώς των αφηγήσεων που έμειναν αγνοημένες και παραγκωνισμένες, και οι οποίες για συγκεκριμένους ιστορικούς, πολιτικούς λόγους, δεν είχαν μέχρι σήμερα τις ίδιες ευκαιρίες να ακουστούν, πόσο δε μάλλον να επικρατήσουν.

Ενδιαφέρουσα επίσης, σε εργαλειακό επίπεδο, ως προς τις συνταγές συμπράξεων και τις πιθανές γέφυρες συνεργασίας που πρότεινε μεταξύ των μουσείων και των διαφορετικών κοινοτήτων/συλλογικοτήτων της πόλης, είτε αυτές δραστηριοποιούνται στον τομέα του πολιτισμού είτε όχι, ήταν και η παρουσίαση του μουσείου της πόλης του Τορόντο. Ένα «μουσείο χωρίς τοίχους», το Myseum of Toronto επιδιώκει να συναντήσει τους επισκέπτες-συνεργάτες του πριν εκείνοι το επισκεφτούν στο δικό τους πεδίο δράσης.

Αν και ομολογουμένως με μεγάλο ενδιαφέρον περίμενα να ακούσω την παρουσίαση των εκπροσώπων της επιμελητικής ομάδας της έκθεσης “The Past is Now”, με τίτλο “Decolonizing Display”, απογοητεύτηκα. Το εγχείρημά τους ήταν σίγουρα προκλητικό: η έκθεση έλαβε χώρα στο Birmingham Museum (Οκτώβριος 2017-Ιούνιος 2018) και επιχείρησε να παρουσιάσει την ιστορία του Birmingham κριτικά, μέσω της ιστορίας (και των θηριωδιών) της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως αποικιοκρατικής υπερδύναμης. Συζητήθηκε εκτενώς από τον Βρετανικό Τύπο και γι’ αυτήν συνεργάστηκε μια επιμελητική ομάδα αποτελούμενη από ακτιβιστές που δραστηριοποιούνται στην BAME (Black and Minorities Ethnic) κοινότητα, όλοι τους με ειδικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό.

Τί βρήκα απογοητευτικό: να μη γίνεται αντιληπτό, να μην σχολιάζεται, να μην αναφέρεται καν, έστω στο επίπεδο μιας επιπόλαιης νύξης, ότι η όποια αποπεριθωριοποίηση ή η υιοθέτηση μιας υποτιθέμενης «πολυκεντρικής» οπτικής και μιας προοδευτικής φρασεολογίας, στο πλαίσιο ειδικά μιας μεγάλης κλίμακας έκθεσης όπως αυτή του Birmingham Museum, σήμερα, με τους τρέχοντες οικονομικούς και πολιτικούς όρους, δεν είναι παρά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της πολιτικής κυριαρχίας και απέχει πολύ από το να θεωρείται δείγμα χειραφέτησης (όπως παρουσιάστηκε).

Δεν έλειψαν γενικώς μέσα στο διήμερο οι παρουσιάσεις που αναλώθηκαν σε ισοπεδωτικές (και ανιαρές επιπλέον) «μανατζερίστικες» υπεραπλουστεύσεις και κοινοτοπίες. Mία από αυτές ήταν κατά τη γνώμη μου και η παρουσίαση “Ηack The Bureaucracy”, παρά τον πολλά υποσχόμενο τίτλο.

Με διαφορά ως καλύτερη ξεχωρίζω την παρουσία του Chris Michaels, Digital Director της National Gallery του Λονδίνου, ο οποίος με μια συγκροτημένη ομιλία, χωρίς τη συνοδεία ppt παρουσίασης, τοποθέτησε τουλάχιστον με ευθυκρισία και ειλικρίνεια τη συζήτηση για το μέλλον των μουσείων στο πραγματικό της πλαίσιο, με τους ιστορικούς όρους του σήμερα. Και ανάμεσα στις γραμμές υπονόησε νομίζω ότι και αυτή ακόμη η τάση της κοινωνικής ευαισθησίας δεν είναι παρά ένα ακόμη «προϊόν» διαχειρίσιμο από τα μουσεία σε σχέση με την οικονομική τους επιβίωση εντός του περιβάλλοντος της ευρύτερης πολιτιστικής βιομηχανίας, ενώ αμφισβήτησε τον ρόλο τους ως «φτωχού συγγενή» με οικονομικούς όρους (στη βρετανική πραγματικότητα πάντα). Ήταν δε και ο μόνος που συσχέτισε την εισήγησή του με την θεματική του συνεδρίου (“Disruptions”).

Επίσης, καθώς αυτό το σημείωμα γράφεται μία ημέρα μετά την είδηση της αναθεώρησης του πλαισίου υπέρ της αύξησης των ωρών εργασίας στην Αυστρία, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ όσα ακούστηκαν στο MuseumNext και σε σχέση με τις συγκλονιστικές εξελίξεις στο πεδίο της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης – μια πραγματικότητα βέβαια που θα δημιουργήσει νέες στρατιές ανέργων. Η διαχείρισή της προφανώς για το κοινό καλό και προς όφελος ή όχι των ανθρώπων είναι ξεκάθαρα πολιτική απόφαση.

Θα πρέπει σίγουρα ακόμη να πω ότι οι συμμετέχοντες στο MuseumNext είχαμε και μια εξαιρετική πρώτη μέρα με ελεύθερο πρόγραμμα για επισκέψεις σε προτεινόμενες εκθέσεις που «τρέχουν» αυτό το διάστημα στο Λονδίνο. Δεν θα απαριθμήσω εδώ όσα ενδιαφέροντα είδαμε –είναι άλλη συζήτηση, που μπορούμε να κάνουμε με επιμέρους παρουσιάσεις στο πλαίσιο του Δικτύου Επαγγελματιών Μουσείων–, θα σταθώ περισσότερο στο γεγονός ότι αυτές τις επισκέψεις τις κάναμε σε ομάδες η σύνθεση των οποίων άλλαζε τυχαία, οπότε μας δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσουμε –σε ενδιάμεσα διαλείμματα/γεύματα/βόλτες/δείπνα/πρωινά– σχεδόν όλοι με όλους αυτά που είδαμε και μας απασχόλησαν.

Εξαιρετική ήταν και η ιδέα του British Council να συγκεντρωθούμε αμέσως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του συνεδρίου η ομάδα των ελλήνων συμμετεχόντων για έναν πρώτο κύκλο συζήτησης-αποτίμησης σε σχέση με όσα είχαμε δει και ακούσει κατά τις τρεις ημέρες του συνεδρίου.

Ειδικότερα τώρα για τους Έλληνες συμμετέχοντες, με έναν τρόπο το MuseumNext επισφράγισε κι έναν πρώτο κύκλο λειτουργίας για το πρόγραμμα Transforming Future Museums και την International Museum Academy. Η συμμετοχή μας σε αυτό, ύστερα από την πρόσκληση του British Council και τη σχετική διαδικασία επιλογής, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (600£ ήταν μόνο το κόστος της συμμετοχής στις εργασίες του συνεδρίου –το σημειώνω εδώ και σε σχέση με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν για την «βιομηχανία» των συνεδρίων στην Βρετανία αλλά και σε σχέση με την οικονομική πλευρά του πολιτιστικού τομέα), ολοκλήρωσε μια πρώτη σειρά ερεθισμάτων, εμπειριών, ανταλλαγών, συζητήσεων και συμπερασμάτων και έδωσε ταυτοχρόνως έμπνευση και ισχυρό κίνητρο για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός επόμενου κύκλου. Όσοι συμμετέχουμε τα τελευταία δύο χρόνια στο πρόγραμμα είτε παρακολουθώντας τα σεμινάρια, είτε διδάσκοντας στα regional hubs, είτε υποστηρίζοντας και τροφοδοτώντας τις εργασίες του Δικτύου, γνωρίζουμε καλά πόσο σημαντικό είναι ότι είχαμε την ευκαιρία να συγκεντρώσουμε γνώσεις και να αναπτύξουμε δεξιότητες γύρω από συγκεκριμένους τομείς της εργασιακής μας καθημερινότητας, πέρα από την επιστημονική μας εξειδίκευση. Περισσότερο σημαντικό είναι όμως ότι έχουμε πετύχει να συγκροτήσουμε μια νέα συλλογικότητα, άνθρωποι που ανά την Ελλάδα διαχειριζόμαστε κοινές προκλήσεις στην επαγγελματική μας καθημερινότητα, θέτουμε παρόμοιους στόχους, εκνευριζόμαστε με τα ίδια πράγματα, και ποτέ πριν δεν είχαμε συγκεντρωθεί ώστε να τα συζητήσουμε, να τα σκεφτούμε και να τα διαχειριστούμε όλα αυτά από κοινού (έστω και σε επίπεδο απλώς εκτόνωσης και συλλογικής ψυχοθεραπείας).

MuseumNextLondon2018

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα θα πω ότι χάρηκα ιδιαιτέρως που στο τέλος των εργασιών του συνεδρίου δεν είδα κανέναν/καμία από τους συναδέλφους της ομάδας εκστατικά συγκλονισμένο από τις προτεινόμενες “καινοτομίες”. Αντιθέτως, νομίζω ότι όλοι σταθήκαμε κριτικά απέναντι σε όσα ακούσαμε –διαπίστωση που αποτυπώθηκε και στην συζήτηση/αποτίμηση το απόγευμα της τρίτης ημέρας με τους ευρισκόμενους στο Λονδίνο συνεργάτες του British Council. Αξιολογώ θετικά αυτή τη στάση μας, όπως τουλάχιστον την διαισθάνθηκα, όχι από μπλαζέ άποψη αλλά γιατί καταδεικνύει μια διάθεση υπέρβασης των επιδερμικών προσεγγίσεων σε ό,τι αφορά την πολιτισμική και κοινωνική (πολιτική) σημασία της διαχείρισης των δεδομένων.

Εννοώ πως θα πρέπει να σκεφτεί κανείς σοβαρά τους κινδύνους πίσω από τα αιτήματα της συμμετοχικότητας (πριν ενθουσιωδώς τα ασπαστεί) και να αναρωτηθεί για την παγίδα της επίτευξης μιας συναισθηματικής δικαίωσης μόνο (στο όνομα ακριβώς της συμμετοχικότητας) χωρίς στέρεα επιχειρήματα. Αντίστοιχα και σε σχέση με την διεκδίκηση των δικαιωμάτων επιμέρους κοινωνικών ομάδων: μήπως εμμέσως η εξαντλητική αυτή κατηγοριοποίηση, η ανάδειξη επιμέρους κοινωνικών ταυτοτήτων, καταλήγει σε μια αντίστροφη, πολιτικώς ορθή, γκετοποίηση και στην πραγμάτωση εντέλει μιας ελεγχόμενης και προδιαγεγραμμένης μόνο ελευθερίας;

Η υπόθεση της συμμετοχικότητας είναι σημαντική (και) για τα μουσεία και δεν θα πρέπει να χαθεί μέσα σε μια εύκολη συνθηματολογία και τάσεις «της μόδας», υποταγμένες σε οικονομικούς και πολιτικούς καιροσκοπισμούς. Οι αντιλήψεις μας για το μουσείο δεν είναι παρά κοινωνικά γεγονότα που υπόκεινται σε μεταβολές ενώ το ίδιο το μουσείο –επίσης μέρος της κοινωνικής πράξης– είναι πεδίο ιεράρχησης αξιών και παραγωγής νοημάτων. Οι ιδέες που ακούστηκαν είχαν σίγουρα ενδιαφέρον, αυτοπαγιδεύονται όμως όσο παραμένουν εγκλωβισμένες σε έναν ανιστόρητο εκλεκτικισμό, χαμένες στο περίφημο μεταμοντέρνο pastiche. Σχεδόν όλες οι ανακοινώσεις που ακούσαμε στο συνέδριο δεν φάνηκε να λαμβάνουν υπόψη τους την ανάδειξη μιας (όποιας) δεδομένης μουσειακής συλλογής και της συγκροτημένης σύνδεσής τους με αυτή. Οι περισσότερες, ενθουσιωδώς μεν ανεπιτυχώς δε, αγωνίζονταν να αποδείξουν ότι οι πρακτικές που προτείνουν καταφέρνουν να υπερβούν το ζήτημα της διάκρισης (ο όρος του Pierre Bourdieu). Συμμετοχικό μουσείο όμως χωρίς μουσείο δεν μπορεί να υπάρξει.

Άννυ Μάλαμα

Δρ Ιστορίας της τέχνης, Επιμελήτρια

Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s