[*Editorial #1]

exofyl

EDITORIAL #1

Περιοδικό

Ιστορία της Τέχνης

Ένα περιοδικό για την ιστορία της τέχνης; Στην Ελλάδα; Σήμερα; Στην παρούσα συγκυρία; Τα ερωτήματα μοιάζουν εύλογα για όποιον γνωρίζει τον χώρο της ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα μα και για όποιον δεν τον γνωρίζει. Στον πρώτο θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ακριβώς σήμερα η ιστορία της τέχνης στη χώρα μας φαίνεται να έχει πλέον κατακτήσει ένα καθεστώς που της επιτρέπει και να αρθρώσει τον δικό της λόγο και να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο κοινό. Η έκδοση λοιπόν ενός περιοδικού για την ιστορία της τέχνης, για πρώτη φορά, στην Ελλάδα, σήμερα, μοιάζει όχι απλώς επιθυμητή αλλά επιβεβλημένη. Στον δεύτερο θα μπορούσε κανείς να απαντήσει ότι η κρισιμότητα της συγκυρίας –και σήμερα η συγκυρία στην Ελλάδα είναι σίγουρα κρίσιμη– αποτελεί μέρος της ιστορίας. Και η επιτυχία οποιουδήποτε εγχειρήματος –ειδικά εκείνων που καταπιάνονται με την ιστορία– εξαρτάται από τη σχέση που μπορεί να διατηρήσει με το ιστορικό παρόν, ανεξαρτήτως συγκυριών. Κι αυτός ακριβώς είναι ο διπλός στόχος του περιοδικού: από τη μια να αναδείξει, μα και να υποστηρίξει και να διευρύνει, την έρευνα στο πεδίο της ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα σήμερα και από την άλλη να συγκροτήσει, στο μέτρο που του αναλογεί, μια ζωντανή σχέση με το παρόν.

Στο περιοδικό δημοσιεύονται λοιπόν κείμενα ιστορίας της τέχνης, από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας, που λαμβάνουν υπόψη τις μεθοδολογικές εξελίξεις του πεδίου, αποτελούν προϊόν πρωτότυπης έρευνας και έχουν γραφτεί κατά κανόνα στην ελληνική γλώσσα. Η ιστορική μελέτη των καλλιτεχνικών φαινομένων των νεότερων χρόνων αποτελεί την κατεξοχήν περιοχή της έρευνας. Βεβαίως, η διεύρυνση του πεδίου της ιστορίας της τέχνης σε ό,τι αφορά το ίδιο το προς μελέτη αντικείμενο, το χώρο και το χρόνο –μια ιστορία της τέχνης, ας πούμε, ως παγκόσμια ιστορία των εικόνων ή των πολιτιστικών αναπαραστάσεων στην εποχή της μεταποικιοκρατίας– αποτελεί πλέον γεγονός. Kάθε παρόμοια διεύρυνση ωστόσο για να είναι ουσιαστική οφείλει να βαδίζει παράλληλα, το λιγότερο, με τον προσδιορισμό των θεμελιωδών ερευνητικών προβλημάτων που την κατέστησαν αναγκαία. Και είναι αναμφίβολο ότι σε αυτό το σημείο υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει.

Ως συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση στο περιοδικό δημοσιεύονται, με την ευθύνη της Σύνταξης, τεκμήρια και πηγές που απαρτίζουν τη Γραμματεία της ιστορίας της τέχνης –σε αυτό το τεύχος δημοσιεύεται η περίφημη διάλεξη του 1664 για την Ιδέα του Bellori, το πρώτο κείμενο του Gramsci για τους φουτουριστές, και τρεις ανέκδοτες επιστολές του Σπυρίδωνα Λάμπρου στον Adolfo Venturi. Το περιοδικό συγκεντρώνει και παρουσιάζει επίσης σχολιασμένες βιβλιογραφικές πληροφορίες (σε αυτό το τεύχος, Julius von Schlosser, Die Kunstliteratur: εκδόσεις και μεταφράσεις και εκδόσεις της «Πραγματείας περί ζωγραφικής» του Leonardo da Vinci: βιβλιογραφικός προσανατολισμός).

Δεν χρειάζεται νομίζω να υπογραμμιστεί ότι η νεοελληνική τέχνη –και η ιστορία της– μέσα από τον γόνιμο διάλογο με τα εκτός συνόρων καλλιτεχνικά ρεύματα, αποτελεί μια ερευνητική περιοχή που θα έχει αδιάλειπτη παρουσία στις σελίδες του περιοδικού. Ταυτοχρόνως, μέσα από τη στήλη της βιβλιοκριτικής και της τεχνοκριτικής το περιοδικό συνδιαλέγεται με την παραγωγή των ημερών μας παρουσιάζοντας με κριτικό τρόπο ελληνικές και ξένες εκδόσεις που αφορούν την ιστορία της τέχνης και εκθέσεις ελλήνων ή ξένων καλλιτεχνών οι οποίες πραγματοποιούνται εντός ή εκτός Ελλάδας. Ειδικά σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη τέχνη το ζήτημα είναι ιδιαιτέρως κρίσιμο. Στόχος του περιοδικού σε αυτό το σημείο είναι να καλλιεργήσει τη δυνατότητα παραγωγής ενός κριτικού περί τέχνης λόγου που να διαφοροποιείται από την –χωρίς άλλο σημαντικότατη– τρέχουσα τεχνοκριτική, χάρη ακριβώς στην ιστορική οπτική για το παρόν την οποία οφείλει να υιοθετεί. Γι’ αυτό το λόγο, το περιοδικό θα καλύπτει κυρίως εκθέσεις που έχουν θεσμικό, θεματικό, ιστορικό, αναδρομικό ή ομαδικό χαρακτήρα, που δίνουν δηλαδή τη δυνατότητα να διαμορφωθεί μια ιστορική εικόνα για το σύγχρονο.

Ως προς τον έτερο πόλο του περιοδικού, τη θεωρία της τέχνης, τα πράγματα εμφανίζονται πιο περίπλοκα. Ο σύνθετος χαρακτήρας της συζήτησης που αφορά την έννοια «θεωρία» δεν επιτρέπει απλές οροθετήσεις. Ας ειπωθεί μόνο ότι ενδιαφέρει ιδιαιτέρως τόσο η ιστορία του περί τέχνης στοχασμού όσο και η θεωρία που παράγεται από τον ιστορικό περί τέχνης λόγο. Με αυτή την έννοια ιστορία και θεωρία της τέχνης εκλαμβάνονται εδώ ως συγκοινωνούντα δοχεία.

Η αναγκαιότητα ίδρυσης ενός περιοδικού στην Ελλάδα για την ιστορία της τέχνης γίνεται προφανέστερη εάν υπογραμμισθεί το μάλλον άγνωστο ή, έστω, ελάχιστα προβεβλημένο γεγονός πως η «ηλικία» τούτης της επιστήμης στη χώρα μας, ξεπερνά τον ενάμιση αιώνα. Πράγματι, όπως δείχνει η Ελεονώρα Βρατσκίδου μέσα από τη μελέτη υλικού που έρχεται για πρώτη φορά στο φως και δημοσιεύεται εδώ, η ιστορία της τέχνης διδάχθηκε στην Ελλάδα στο Σχολείο των Τεχνών, τη σημερινή ΑΣΚΤ, ήδη το 1844 και ακόμη συστηματικότερα τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Στις επόμενες σελίδες η Εύα Φωτιάδη συνδέει την ιστορία της τέχνης με το σήμερα ερευνώντας το πώς η έννοια του εμπνευσμένου επιμελητή ως «ατομικού» δημιουργικού υποκειμένου αποτελεί μάλλον έναν «μύθο» της ελλιπώς μελετημένης θεσμικής ιστορίας της σύγχρονης τέχνης, έναν μύθο που υπηρετεί κυρίως επικοινωνιακές και επαγγελματικές ανάγκες. Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος Τενεκετζής στρέφεται προς τη μελέτη της δημόσιας γλυπτικής στην Ευρώπη του μεσοπολέμου δείχνοντας το πώς η μνήμη «μεταμορφώθηκε» μέσω της τέχνης ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε κοινωνικής ομάδας. Θέση του συγγραφέα είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα ευρωπαϊκά κράτη επεχείρησαν να ελέγξουν τη συλλογική μνήμη με στόχο τη δημιουργία μιας «ενιαίας» εθνικής συνείδησης. Κατόπιν, ο Άρης Σαραφιανός συντάσσει τα πορίσματα της έρευνάς του στα αρχεία του Βασιλικού Κολλεγίου των Χειρουργών της Αγγλίας ερμηνεύοντας το εντελώς άγνωστο έως τώρα υλικό των διαλέξεων του Anthony Carlisle στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Λονδίνου όπου εξελέγη καθηγητής ανατομίας το 1808. Η σημασία του αδημοσίευτου αυτού υλικού είναι μεγάλη γιατί καθιστά εμφανή τόσο την αλληλεπίδραση τέχνης και επιστήμης όσο και τη λανθάνουσα πολιτική αντιπαράθεση που εμπεριέχουν –μέσω της διατύπωσης διαφορετικών αντιλήψεων για την ανατομία– οι πολλαπλές αναπαραστάσεις του ανθρώπινου σώματος.

Με στόχο την καλλιέργεια αμφίδρομων σχέσεων με ιστορικούς τέχνης που δραστηριοποιούνται εκτός ελληνικών συνόρων, το περιοδικό φιλοξενεί σε κάθε τεύχος του ένα, κατά κανόνα, μη ελληνόφωνο κείμενο που επιλέγεται και μεταφράζεται με την ευθύνη της Σύνταξης. Στο παρόν τεύχος ο ομότιμος καθηγητής του Northwestern University, Otto Karl Werckmeister, μιλά, με νέο τρόπο, για την πολυσυζητημένη σχέση του Klee με τη μουσική.

Στη συνέχεια, ο Νίκος Χατζηνικολάου προσεγγίζει ορισμένες νέες «χρήσεις» ενός εμβληματικού πίνακα του Greco που συνδέονται ευθέως με τις «ανάγκες» όσων τον «κατα-χρώνται». Η Ευγενία Αλεξάκη, κατόπιν, παραθέτει πολύ σημαντικά στοιχεία γύρω από ένα ζήτημα που ταλανίζει τις ανθρωπιστικές επιστήμες, συχνά λόγω μιας επιστημονικοφανούς άγνοιας, καθιστώντας τες έρμαιο μιας αντίληψης η οποία ποσοτικοποιεί την ποιότητα: την βιβλιομετρική ανάλυση, με γνωστότερη παράμετρο τον περίφημο impact factor. Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την ιστορία της τέχνης η ερευνήτρια δείχνει το πώς παρόμοιες αντιλήψεις απηχούν συχνότατα τόσο τον «επεκτατισμό» των θετικών επιστημών όσο και την, κάθε άλλο παρά αθώα, απόπειρα αποκλειστικής ταύτισης της «αγγλοφωνίας» με την επιστημονική lingua franca.

Μια πρωτότυπη έρευνα του Κωνσταντίνου Βασιλείου για τη σύγχρονη τέχνη, η ελληνική έκδοση του opus magnum της Frances Yates, Η τέχνη της μνήμης, η μετάφραση και η έκδοση, για πρώτη φορά, από τους έλληνες ερευνητές Σπήλιο Αργυρόπουλο και Βασιλική Κολοκοτρώνη μιας συνέντευξης του Νικόλαου Κάλας από τα αρχεία του Smithsonian, απαρτίζουν, γι αυτό το τεύχος, τη στήλη της βιβλιοκριτικής.

Το ελληνικό περίπτερο που έστησε στο Palais de Tokyo, στο Παρίσι, η Νάντια Αργυροπούλου σε συνεργασία με τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη υπό τον τίτλο “Ηell as pavilion”, η έκθεση –στο Frans Hals Museum του Χάαρλεμ– έργων του Frans Hals που αντιπαραβάλλονται με πίνακες του Rembrandt, του Rubens και του Τισιανού και τέσσερις εκθέσεις φωτογραφίας στην Αθήνα, συμπληρώνουν τη στήλη της τεχνοκριτικής.

Ένα ελληνικό περιοδικό για την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης έχει πλέον, για πρώτη φορά, τυπωθεί και βρίσκεται στα χέρια του αναγνώστη. Η πορεία του θα καθοριστεί από δυο αλληλεξαρτώμενους παράγοντες: από την ποιότητά του και από την υποδοχή που θα του επιφυλάξει το κοινό του. Εάν και οι δυο αυτοί παράγοντες σημανθούν με πρόσημο θετικό τότε μια κρίσιμη συγκυρία θα έχει μετατραπεί σε ευτυχή, στην Ελλάδα, σήμερα.

Νίκος Δασκαλοθανάσης

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s